Εκτύπωση
Εμφανίσεις: 300

«Και επί πάσι τούτοις μεταξύ ημών και υμών, χάσμα μέγα εστήρικται»

Αγαπητοί μου Χριστιανοί,

Ο πλούσιος της σημερινής ευαγγελικής περικοπής, πορφυροστόλιστος και σαρκικός άνθρωπος, «ευφραινόμενος καθ’ ημέραν λαμπρώς», ενώ ο πτωχός Λάζαρος δεν είχε πού την κεφαλήν κλίνη, ασθενής, πεινασμένος, πονεμένος, εθεωρείτο από τους ανθρώπους ως ζώο ακάθαρτο και περιφρονημένο.

Οποία κοινωνική αντίθεση μεταξύ των δύο αυτών ανθρώπων· όμως πέθαναν και οι δύο. Πέθανε ο πτωχός Λάζαρος και υπό των αγίων αγγέλων οδηγήθηκε στους κόλπους του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ και πέθανε και ο πλούσιος και ετάφη. Πού; Στα του Άδου βασίλεια.

Όμως, μεταξύ του φτωχού Λαζάρου και του πλούσιου, υπάρχει ένα μεγάλο χάσμα, «και επί πάσι τούτοις, μεταξύ ημών και υμών μέγα χάσμα εστήρικται», «που να μη μπορούν να το περάσουν εκείνοι που θέλουν να διαβούν απ’ εδώ σ’ εσάς, ούτε οι από εκεί σ’ εμάς». Αυτά είπε ο γενάρχης Αβραάμ, του οποίου την βοήθεια ζήτησε ο πλούσιος, που εβρισκόμενος στα βασίλεια του παμφάγου Άδου «ωδυνάτο».

Η παραβολή, λοιπόν, του πλούσιου και του πτωχού Λαζάρου, που ακούσαμε σήμερα, μας διδάσκει ότι η ζωή του ανθρώπου στον κόσμο αυτόν, τον πρόσκαιρο και μάταιο, αλλά και αλλοπρόσαλλο, είναι γεμάτη από θλίψεις, στενοχώριες, πόνους, πείνα, δυστυχία, κακουχίες, και προπάντων επικρατεί η δύναμη και η κυριαρχία του ισχυρού επί του αδυνάτου.

Όμως, ο χρόνος έρχεται και παρέρχεται και πρέπει να σκέπτεται ο άνθρωπος ότι γρήγορα ή αργά θα φύγει από αυτό τον κόσμο δια έναν άλλο κόσμο, και ότι υπάρχει η πέρα του τάφου ζωή, και επομένως, σ’ αυτή την ζωή πρέπει ο κατ’ εικόνα Θεού άνθρωπος να εργαστεί ώστε να αυξήσει το κατ’ εικόνα Θεού και να το μεταβάλει στο καθ’ ομοίωση.

Οι περισσότεροι άνθρωποι, κυριαρχούμενοι και πιστεύοντες στα αγαθά του κόσμου τούτου, τα πρόσκαιρα και μάταια, ενεργούν και σκέπτονται αυτοβούλως, χωρίς να συμβουλεύονται τον Κύριο, το Άγιο Ευαγγέλιο, και περνούν την ζωή τους εργαζόμενοι δια το σήμερα και όχι δια το αύριο, αυτοί οι άνθρωποι βρίσκονται κάθε στιγμή πλησίον της πτώσης, ως ο πλούσιος του ευαγγελίου.

Στην σύντομη αυτήν οδοιπορία της επιγείου ζωής του ο κάθε άνθρωπος θα πρέπει να επιζητήσει και να εξασφαλίσει τα αναγκαία εκείνα πνευματικά και ηθικά εφόδια, δια να μπορέσει να εισέλθει στους γάμους του Κυρίου και να γευθεί την χαρά του Νυμφίου Χριστού, όπως οι φρόνιμες εκείνες Παρθένες της ευαγγελικής παραβολής.

Ο χρόνος της παρούσης ζωής είναι χρόνος χάριτος, αγαθότητας και τελείωσης κατά Χριστόν, ο δε μετά τον θάνατο, είναι χρόνος κρίσης και ανταπόδοσης. Πρέπει λοιπόν ο άνθρωπος να εξασκήσει την θέλησή  του, να χαλιναγωγήσει την φαντασία του και να υποτάξει την καρδιά του και τις επιθυμίες του σε ένα άκαμπτο αγώνα σωτήριο, πνευματικό. «Ο Κύριος είναι η μόνη δύναμη σωτηρίας».

Άπαξ δια παντός γίνεται σαφές ότι ο πλούσιος του ευαγγελικού αναγνώσματος - και κατά συνέπεια αυτός που ζεί μακριά από την πατρική αγκαλιά και εστία του Θεού Πατρός και δεν μετανοεί ειλικρινά - μετά θάνατον δεν δύναται να επιστρέψει στην γή, ούτε έργα αρετής να πράξει προς ίδιον όφελος, ούτε δια να γνωρίσει στους συγγενείς και φίλους του την οδυνηρή κατάσταση που βρίσκεται εκεί στα του Άδου βασίλεια.

Ο Θεάνθρωπος Ιησούς, ο Μονογενής Υιός και  Λόγος του Θεού Πατρός, «ότε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου», ήλθε, δίδαξε και έπαθε - ο απαθής την θεότητα - επάνω στον Σταυρό του Μαρτυρίου του, με μοναδικό σκοπό να σώσει τον άνθρωπο από την αμαρτία και τον αιώνιο θάνατο και να ενώσει τα διεστώτα, να ενώσει τον άνθρωπο με το Θεό Πατέρα.

Ω! πόσο ευτυχείς, αδελφοί μου, είναι εκείνοι οι χριστιανοί που πιστεύουν στην μέλλουσα ζωή. Αυτοί οι χριστιανοί, ζώντες και κινούμενοι εν Χριστώ Ιησού, δεν αποβλέπουν στα του κόσμου τούτου μάταια και ψευδή και στις απολαύσεις των προσκαίρων αγαθών, που «σής και βρώσις αφανίζει και κλέπται διορίσουσι και κλέπτουσι», αλλά έχουν την ελπίδα τους στην ουράνιο βασιλεία.

Οι άνθρωποι αυτοί - ως χρυσός εν χωνευτηρίω δοκιμασθέντες και άξιοι του Θεού αναδειχθέντες, εν λόγοις και έργοις αγαθοίς - «λήψονται το βασίλειον της ευπρεπείας και το διάδημα του κάλλους εκ χειρός Κυρίου».

Υπάρχουν, βεβαίως, και εκείνοι οι άνθρωποι οι οποίοι φλογίζονται από την επιθυμία τους για τον ουρανό, αλλ’ όμως οι άνθρωποι αυτοί δεν έχουν ελευθερωθεί από τους πειρασμούς και την επιζήτηση των αγαθών του κόσμου τούτου. Οι άνθρωποι αυτοί, ό,τι ζητούν από τον Θεό - έστω και με πολύ πάθος - πολλές φορές, αυτό δεν το κάνουν προς δόξα Θεού και δικής πνευματικής των ανύψωσης, αλλά προς το θεαθήναι τοις ανθρώποις, προς επίδειξη του εγωισμού, της υπεροψίας τους και της κοινωνικής τους προβολής.

Η ζωή μας στον κόσμο αυτόν τον πρόσκαιρο και μάταιο δεν πρέπει να είναι αυτοσκοπός, και επιδίωξη το πώς να περάσουμε επιζητούντες πλούτη, δόξες μεγαλεία, με τελικό σκοπό να φανούμε ωραίοι τοις ανθρώποις.

Ουδόλως πρέπει να λανθάνει της σκέψης και προσοχής μας ότι εδώ κάτω στην γή δεν είναι το τέρμα της οδοιπορίας μας, αλλά ότι από εδώ αρχίζει ένα ταξίδι· ένα ταξίδι που δεν θα έχει επιστροφή και το τέρμα του θα είναι ο ουρανός, εκεί που δεν υπάρχει ούτε λύπη ούτε στεναγμός, αλλά ζωή ατελεύτητος, δια τους αγαπώντας τον Θεό.

Δι’ αυτό το ταξίδι, όμως, χρειάζεται προετοιμασία, χρειάζεται αγώνας συνεχής, αγώνας πνευματικός, αγώνας κατά της αμαρτίας και πάλη κατά τις πονηρίες του κοσμοκράτορα του αιώνος τούτου, του Διαβόλου.

Ο Λάζαρος του σημερινού ευαγγελικού αναγνώσματος, στην επί γης ζωή του, αγωνίστηκε, πόνεσε, πείνασε, δίψασε, ταπεινώθηκε, και όμως, τα πάντα υπέμενε αγογγύστως και πάντοτε έλεγε «δόξα τω Θεώ». Οι κόποι του στην παρούσα ζωή πέρασαν, ο χειμώνας έφυγε γι’ αυτό ανεπιστρεπτί και τώρα απολαμβάνει το έαρ της θείας μακαριότητας· «νυν δε ώδε παρακαλείται» - τώρα αυτός εδώ παρηγορείται».

Είναι παράξενο, ότι μολονότι γνωρίζει η ψυχή μας τον Θεό, δεν απορροφάται εξολοκλήρου από την αγάπη Του, αλλά δυστυχώς σταματά ακόμη στα δημιουργήματα, αντί ο άνθρωπος, η ζώσα ψυχή, το τέλειο του Θεού Πατρός δημιουργημάτων να βυθιστεί εντός της πηγής παντός αγαθού και να ζητήσει την θεία ευλογία του Πατρός των Φώτων.

Αδελφοί μου αδελφοί,

Τι είναι, λοιπόν η ευτυχία, εάν δεν είναι αγάπη, και τι είναι ατελεύτητος ευτυχία ειμή μία αγάπη χωρίς όρια, καθότι η άπειρος αγάπη του Θεού Πατρός ούτε οριοθετείται, ούτε περιγράφεται καθότι - κατά τον Ιωάννη το Δαμασκηνό - το θείο είναι άπειρο και ακατάληπτο και τούτο μόνον καταληπτό η απειρία και ακαταληψία.

Ας αγωνιστούμε, λοιπόν, και εμείς, αδελφοί μου, εν τω κόσμω τούτω, τον αγώνα τον καλό, δια να παρηγορηθούμε πλησίον του Θεού Πατρός την ημέρα εκείνη που θα μας καλέσει κοντά Του, στους ουρανίους θαλάμους του και  να μη  υπάρξει χάσμα μέγα και για εμάς, ως υπήρξε μεταξύ του  πλουσίου και του φτωχού Λαζάρου.

Ας μην αναβάλουμε δια την αύριο, και τούτο γιατί αγνοούμε την ώρα και την ημέρα του θανάτου μας, ο οποίος θάνατος, ως κλέπτης έρχεται να μας αφαρπάξει από την ζωή αυτή· «και μακάριοι  εσταί οι εν Κυρίω αποθνήσκοντες άρτι, λέγει Κύριος ο Παντοκράτωρ. ΑΜΗΝ.    Ο.Λ.Κ.Α.Π.