Εκτύπωση
Εμφανίσεις: 254

«Πάντες γάρ υιοί   Θεού εστέ δια της πίστεως Ιησού Χριστού»

Αδελφοί μου,

Στην σημερινή αποστολική περικοπή πού ακούσαμε, ο των εθνών απόστολος Παύλος λέγει προς τους Γαλάτας και διαχρονικώς στην Εκκλησία, τη Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική, της οποίας κεφαλή είναι ο Χριστός, ότι πάντες είμαστε παιδιά του Θεού, αφού πιστεύουμε στον Ιησού Χριστό και ντυθήκαμε το Χριστό.

Ο πρώτος άνθρωπος, ο γενάρχης Αδάμ, πριν αμαρτήσει, η ζωή του ήταν γεμάτη χαρά και αγαλλίαση. Βεβαίως ο Θεός έθεσε και νόμο στον κάτοικο του Παραδείσου. Από την στιγμή όμως πού αμάρτησε και διώχτηκε από τον παράδεισο, η ζωή του επί γης ανθρώπου ζυμώθηκε με πόνο, θλίψη και δάκρυ.

«Είπε Κύριος ο Θεός στον Αδάμ: «Με λύπη και κόπο θα κερδίζεις την τροφή σου από την γή όλες τις ημέρες της ζωής σου» (Γεν. 3.17).

Έκτοτε, ο άνθρωπος, από την πρώτη στιγμή της γεννήσεώς του, γεννιέται με το νόμο του Θεού και αυτό ήταν το πρώτο μήνυμα όλης της ζωής του ανθρώπου, του κατ’ εικόνα Θεού πλασθέντος.

Ο Νόμος από τον Θεό δόθηκε για να σωφρονίζονται οι άνθρωποι της κάθε εποχής με το φόβο και την απειλή του νόμου, η πίστη είναι αρχαιοτέρα, ο δε νόμος και νεώτερος ήταν και είχε δοθεί για να προετοιμάσει τον δρόμο προς την αληθινή πίστη στον εν Τριάδι Θεώ.

Δόθηκε από τον Θεό ο νόμος και κατόρθωσε δύο πράγματα, κατά τον Ιερό Χρυσόστομο, το ένα να  παιδαγωγήσει στην αρετή εκείνους που αφοσιώθηκαν σ’ Αυτόν, το άλλο να συναισθανθούν οι άνθρωποι τα αμαρτήματά τους, κάτι που τους έκανε να γνωρίσουν με μεγαλύτερη λαχτάρα τον Υιό και Σωτήρα του κόσμου.

Ο Νόμος, έκανε ζημιά στις ψυχές των ανθρώπων, που ήταν λυχνάρι μέσα στη νύκτα του αρχαίου κόσμου, και στάθηκε εμπόδιο στο να πλησιάσει, να θαυμάσει και να απολαύσει ο άνθρωπος τον Ήλιο της δικαιοσύνης, τώρα πού ήλθε η ημέρα η μεγάλη και επιφανής.

Όμως, η άπειρος του Θεού Πατρός αγάπη προς τον εν σκότει και σκιά θανάτου ευρισκόμενο άνθρωπο, έστειλε στον κόσμο τον Μονογενή Υιό του, τον Θεάνθρωπο Ιησού, γενόμενο υπό γυναικός, της Παρθένου Μαρίας, να απαλλάξει τον άνθρωπο από τον ζυγό της δουλείας και τον άφησε ελεύθερο να πράξει ό,τι βούλεται.

Ο Χριστός γεννήθηκε από μία γυναίκα, την αγνή κόρη της Ναζαρέτ και υποτάκτηκε στον νόμο και τούτο με ένα και μόνο σκοπό:  να εξαγοράσει στους υποδούλους στο νόμο και να γίνουν παιδιά, κατά χάρη του Θεού Πατρός, των Φώτων.

Ο Χριστός απάλλαξε τον άνθρωπο από το ζυγό της δουλείας και τον άφησε κυρίαρχο να πράττει ό,τι θέλει, όχι βέβαια να ζεί και να κινείται στην παρανομία και να γίνεται παράνομη η ζωή του, αλλά να  επιλέγει την υπέρ του νόμου ευσέβεια, κατά τον Ιερό Χρυσόστομο.

Ότι υπάρχει πόνος και θλίψη και δάκρυα στη ζωή, δεν υπάρχει αμφιβολία. Γι’ αυτό ο βίος αυτός, ονομάστηκε «κοιλάς κλαυθμώνος» (Ψαλμ.83,7) και πειρατήριον» δηλαδή δοκιμαστήριο (Ιώβ 7,1.).

Ο Κύριος προειδοποίησε τους μαθητές Του, ότι στον κόσμο αυτό θα δοκιμάσουν θλίψεις, και μάλιστα όχι μόνο θλίψεις γενικές, που δοκιμάζουν όλοι οι άνθρωποι, αλλά και ειδικές θλίψεις, που προέρχονται από την έχθρα εκείνων των ανθρώπων που δεν πιστεύουν στον Θεό.

Τι ήταν όμως εκείνο που έκανε τους αποστόλους να χαίρονται και να καυχώνται μάλιστα για τις θλίψεις τους; Η φωνή της καθαρής πίστης και της συνείδησής τους, που μαρτυρούσε ότι, πάσχουν και υποφέρουν για την μαρτυρία του Ιησού Χριστού.

Οι μαθητές του Κυρίου αισθανόνταν χαρά και αγαλλίαση, εκείνη που ακριβώς υποσχέθηκε ο Κύριος για εκείνους που πάσχουν για το Ευαγγέλιό Του. Η τελεία πίστις έξω εκβάλλει τον φόβον, τον φόβο του νόμου.

Αυτή η χαρά και αγαλλίαση πρέπει να διακατέχει και τον κατ’ εικόνα Θεού άνθρωπο της κάθε εποχής, και όλως ιδιαιτέρως τον άνθρωπο αυτής της εποχής, πού ζει κινείται και υπάρχει, και πού δυστυχώς περί άλλων τυρβάζει. Για πράγματα υλικά και όχι πνευματικά, και τα οποία πνευματικά πράγματα προσδιορίζουν τον προορισμό και την παρουσία μας εδώ στην γη.

Η χριστιανική πίστη, όπως μας την κατέθεσαν οι άγιοι Απόστολοι και μετ’ αυτών οι Πατέρες της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας μας, της μόνης πηγής σωτηρίας, ρίχνει φως στις θλίψεις και ανοίγει τον δρόμο προς τελείωση.

Ο άνθρωπος που πιστεύει στον Χριστό, βλέπει ότι, οι θλίψεις που περνάει είναι ένα είδος δοκιμαστηρίου της πίστης. Όπως δηλαδή το χρυσάφι πού βγαίνει από τα σπλάχνα της γης δεν είναι καθαρό, αλλά είναι ανακατεμένο με διάφορες άλλες ευτελείς ύλες και μέσα σε καμίνι με μεγάλη θερμοκρασία καθαρίζεται τελείως.

Έτσι και ο άνθρωπος πού γνωρίζει τον κόσμο και πού βγαίνει από τα μητρικά σπλάχνα αμαρτωλός και ακάθαρτος, λόγω του προπατορικού αμαρτήματος, και παράλληλα προσθέτει και τις προσωπικές του αμαρτίες και γίνεται περισσότερο αμαρτωλός και ακάθαρτος, γι’ αυτό έχει ανάγκη καθαρισμού δια της πίστης στον Ιησού Χριστό.

Ο Ιερός Χρυσόστομος λέγει:  «Πολλά υποφέρουμε ως χριστιανοί, αλλά έχουμε μεγάλες ελπίδες, κινδυνεύουμε, μας καταδιώκουν, αλλά έχουμε Εκείνον που μας σώζει.

«Δεν είναι άνθρωπος, είναι ο Θεός», και συνεχίζει ο Ιερός Πατήρ να λέγει, «όλα τα αγαθά στηρίζονται σε ελπίδες. Πρέπει να έχουμε όμως τέτοια ελπίδα, ώστε να καυχώμαστε, να χαιρώμαστε» σαν για πράγματα, πού έχουν ήδη πραγματοποιηθεί».

Έτσι, σκεπτόμενος ο Χριστιανός, αναδεικνύεται ήρωας, που με όλη την δύναμη της ψυχής του αγωνίζεται για να νικήσει όλα τα εμπόδια που παρεμβαίνουν υπό του διαβόλου και των οργάνων του, στον δρόμο της αρετής και της πίστης.

Αγαπητοί μου ,

Η υπομονή δεν είναι ηττοπάθεια, δεν είναι αδυναμία και ελάττωμα, όπως την κατηγορούν οι άπιστοι, οι άθεοι και υλιστές, όλως ιδιαιτέρως αυτή την παγκοσμιοποιούμενη εποχή, είναι μια αρετή, είναι μία δύναμη. Είναι μία Δύναμη, πού δίνει «ο Θεός της υπομονής και της παρακλήσεως» την δύναμη της πίστης.

Και τότε κατά τον Απόστολο Παύλο «πάντες γάρ υιοί Θεού εστέ».

ΑΜΗΝ.      Ο Λ.Κ.Α.Π.