Η ευαγγελική περικοπή, η οποία ακούσαμε, εντάσσεται στο εορταστικό κλίμα των Θεοφανίων. Όταν ο Χριστός έμαθε για τη σύλληψη του Ιωάννη του Προδρόμου, κατάλαβε ότι είχε έρθει η ώρα να φανερωθεί δημόσια. Ο Πρόδρομος είχε ολοκληρώσει την αποστολή του. Ο λύχνος αποσύρεται, για να λάμψει ο Ήλιος της Δικαιοσύνης. Το κήρυγμα της προετοιμασίας τελειώνει και αρχίζει το Ευαγγέλιο της Βασιλείας. Από την αναμονή και την προετοιμασία, περνάμε στην κλήση.
Ο Χριστός δεν διαλέγει την Ιερουσαλήμ ούτε κάποιον «καθαρό» και θρησκευτικά αποδεκτό τόπο για κέντρο δράσης Του. Επιλέγει να κατοικήσει στην Καπερναούμ, στη Γαλιλαία των εθνών. Σε μια περιοχή που οι Ιουδαίοι θεωρούσαν σκοτεινή, αμαρτωλή και ξένη. Εκεί ζούσαν άνθρωποι με διαφορετικές καταγωγές, θρησκείες και τρόπους ζωής. Ένας τόπος περιφρονημένος και υποτιμημένος. Η επιλογή αυτή δεν είναι τυχαία. Είναι συνειδητή, δυναμική και βαθιά συμβολική.
Ο Χριστός ξεκινά το κήρυγμά Του από τους τελευταίους, τους ξεχασμένους, αυτούς που θεωρούνταν χαμένοι. Εκεί όπου οι «ευσεβείς» δεν θα πήγαιναν ποτέ. Εκεί όπου κυριαρχούσε το σκοτάδι της άγνοιας, της αμαρτίας και της απόγνωσης. Αυτό είχε προφητευθεί αιώνες πριν από τον Ησαΐα: ότι το φως του Θεού θα ανατείλει σε όσους κάθονται στο σκοτάδι και στη σκιά του θανάτου. Η Εκκλησία το ψάλλει στα Θεοφάνια: το φως λάμπει εκεί όπου κανείς δεν το περίμενε.
Ο Χριστός δεν φοβάται το σκοτάδι, γιατί είναι ο ίδιος το Φως. Ο ίδιος το ξεκαθαρίζει: «Δεν έχουν ανάγκη από γιατρό οι υγιείς, αλλά οι άρρωστοι. Δεν ήρθα να καλέσω δικαίους, αλλά αμαρτωλούς σε μετάνοια». Αυτό δεν είναι απλώς λόγος παρηγοριάς. Είναι τρόπος ζωής και κριτήριο για όλους μας. Δεν μας καλεί ο Χριστός να καταδικάζουμε, να εξουθενώνουμε ή να ξεχωρίζουμε τους ανθρώπους. Μας καλεί να βλέπουμε τον άλλον με συμπόνια, γνωρίζοντας ότι όλοι πάσχουμε από την ίδια αρρώστια: την αμαρτία. Η αμαρτία δεν είναι μόνο θέμα πράξεων ή βαθμού. Είναι κατάσταση ζωής, απομάκρυνση από τον Θεό, φθορά της ύπαρξης. Και αν ο ίδιος ο αναμάρτητος Χριστός κατέβηκε μέχρι τον Άδη της ανθρώπινης πτώσης για να θεραπεύσει τη φύση μας, πώς μπορούμε εμείς να απορρίπτουμε τους αμαρτωλούς, ενώ είμαστε κι εμείς όμοιοι και συναμαρτωλοί;
Αυτό είναι το βαθύτερο νόημα των Θεοφανίων: ο Θεός γίνεται άνθρωπος, παίρνει επάνω Του την πεσμένη ανθρώπινη φύση και κατεβαίνει στον κόσμο του θανάτου για να τον αναστήσει. Είναι μήνυμα πασχαλινό. Ο Χριστός δεν περιμένει πρώτα να διορθωθούμε. Κατεβαίνει Εκείνος στον τόπο της πτώσης μας, της απελπισίας και της αμαρτίας μας, για να μας συναντήσει και να μας σώσει. Η μόνη προϋπόθεση είναι η μετάνοια. Δηλαδή μια ειλικρινής απόφαση αλλαγής ζωής. Να αφήσουμε τον παλιό τρόπο ύπαρξης και να στραφούμε προς την αληθινή ζωή. Μετάνοια σημαίνει να πεθάνει ο παλαιός άνθρωπος και να γεννηθεί ο καινούργιος. Να ενταχθούμε στον νέο κόσμο του Θεού, που είναι το ίδιο το Σώμα του Χριστού, η Εκκλησία. Όλα τα μυστήρια της Εκκλησίας προϋποθέτουν τη μετάνοια και όλα χαρίζουν άφεση αμαρτιών και νέα ζωή. Δεν είναι τυπικές πράξεις, αλλά δρόμοι θεραπείας και σωτηρίας. Η Βασιλεία των Ουρανών δεν είναι τόπος· είναι ο ίδιος ο Χριστός και η ένωση μας μαζί Του. Όμως το φως του Χριστού δεν είναι μόνο παρηγοριά. Είναι και κρίση. Ο Χριστός ξεκαθαρίζει ότι έφτασε η βασιλεία του Θεού. Δηλαδή η ώρα της κρίσης του κόσμου. Διαχωρίζεται το φως από το σκοτάδι.
Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης μιλά με πόνο για όσους είδαν το φως, το γνώρισαν, αλλά το απέρριψαν, γιατί αγάπησαν περισσότερο το σκοτάδι. Και με χαρά μιλά για όσους το δέχθηκαν και έγιναν τέκνα Θεού. Ο άνθρωπος καλείται να επιλέξει. Φως ή σκοτάδι. Ζωή ή θάνατο. Η μεγαλύτερη τραγωδία δεν είναι για όσους δεν γνώρισαν ποτέ τον Χριστό, αλλά για εκείνους που Τον υποδέχθηκαν και ύστερα Τον απέρριψαν, επειδή δεν είχαν καθαρή καρδιά και διάκριση. Η Καπερναούμ, που αξιώθηκε να φιλοξενήσει τον Χριστό, καταδικάστηκε από τον ίδιο, γιατί δεν μετανόησε. Και πράγματι, μετά την καταστροφή της, δεν ξαναχτίστηκε ποτέ. Έμεινε έρημη. Αυτό το προφήτεψε ο ίδιος ο Κύριος. Ευνοήθηκε γιατί δέχθηκε σαν κάτοικό της τον Χριστό και είδε μεγάλα θαυμάσια. Όμως δεν εννόησε την σπουδαιότητα αυτής της επίσκεψης.
Ας μη γίνει έτσι και η πόλη της ψυχής μας. Ας αναγνωρίσουμε την επίσκεψη του Θεού. Να Τον υποδεχόμαστε με καθαρή καρδιά και ταπείνωση και έτσι θα Τον κρατήσουμε ζωντανό και ευχαριστημένο στον θρόνο της καρδιάς μας. π. Παντ. Κρούσκος