Στη μέση του Πεντηκοσταρίου η Εκκλησία αποκαλύπτει τον Χριστό ως Μεσσία, ως μεσίτη του Θεού Πατέρα με τους ανθρώπους. Η δυναμική αυτή της μεσιτείας Του και της φανέρωσής Του στον κόσμο εικονίζεται σαν ξεχείλισμα από καταρράκτη υδάτων πολλών· νερού ζωής, χάριτος Αγίου Πνεύματος. Όποιος πιει από αυτό το ζωντανό ύδωρ δεν θα ξαναδιψάσει· θα κορέσει μια για πάντα κάθε δίψα του για αλήθεια και πνευματική αναζήτηση. Επειδή λοιπόν περί ύδατος ο εορτασμός, καθορίστηκε σήμερα, τη μέση Κυριακή μετά τη Μεσοπεντηκοστή, να διαβάζεται η περικοπή της Σαμαρείτιδος, παρά το φρέαρ.
Στο πηγάδι συναντά ο Χριστός τη Σαμαρείτιδα και, με πρόφαση τη δίψα Του, επιθυμεί να ξεδιψάσει τον δικό της πόθο για σωτηρία και αλήθεια. Η συνάντηση γίνεται το καταμεσήμερο. Εκείνη την ώρα η πρώτη γυναίκα, η Εύα, έφυγε από τον Παράδεισο, καταδικασμένη σε αιώνια δίψα. Εκείνη την ώρα συνάντησε ο Κύριος τη γυναίκα, τη Σαμαρείτιδα, για να της προσφέρει ξανά το ύδωρ της ζωής. Εκείνη την ώρα, στο μέσον της ημέρας, στο μέσον της γης, ο Μεσσίας κρεμάστηκε στον Σταυρό, για να ξεχειλίσει από την πλευρά Του η δωρεά του ύδατος και του Αίματος· η ζωή και η τρυφή μας στην αθανασία, η άφεση και η λύτρωσή μας από την καταδίκη του θανάτου.

Αδιακρίτως, η Εκκλησία προσκαλεί όλους τους ανθρώπους — όλων των τάξεων, όλων των πεποιθήσεων, όλων των ηθικών καταστάσεων, κάθε εθνικής καταγωγής και παιδείας — στην πνευματική λατρεία του ενός και μόνου Θεού, ο Οποίος είναι Πατέρας όλων μας. Ο Χριστός στέκεται σε εχθρική γη και συνομιλεί με μία γυναίκα αιρετική, περιθωριοποιημένη και κατεγνωσμένη για τον άστατο βίο της. Συνδιαλέγεται ο άχραντος και υπερβατικός Θεός με ένα πλάσμα καταφρονημένο, σκοτισμένο από τη φιληδονία και τις λανθασμένες επιλογές της ζωής του.
Και ίσως το πλέον παράδοξο δεν είναι μόνο η συγκατάβαση του Θεανθρώπου στον κόσμο του θανάτου, αλλά η συγκεκριμένη επιλογή Του: να πλησιάσει, να σταθεί και να συνομιλήσει με εκείνην που θεωρείται ακάθαρτη, αλλόθρησκη, αποκλεισμένη. «Ω της ανοχής! Ω της αγάπης!» Εδώ καταργούνται οι συμβάσεις. Σιωπούν οι προκαταλήψεις. Παύει το μίσος. Ο χρόνος, ο τόπος και ο τρόπος, που δεσμεύουν τον άνθρωπο στον Νόμο και στη φθορά, υποχωρούν μπροστά στην παρουσία του Θεού. Ο Θεός επιλέγει αυτό που ο κόσμος απορρίπτει: το θήλυ, το αμαρτωλό, το αλλόθρησκο, το περιφρονημένο. Διότι ο Θεός δεν είναι προσωπολήπτης. Και το τέλος αυτής της συνάντησης δεν είναι απλώς μία ηθική διόρθωση, αλλά μία μεταμόρφωση: από πλάσμα περιφρονημένο σε πρόσωπο αγιασμένο και κοινωνό της θεότητος.
Ο Χριστός «παρά το φρέαρ του Ιακώβ» διψά. Ζητά νερό από το ίδιο Του το κτίσμα. Και αυτή η δίψα δεν είναι μόνο φυσική. Δεν είναι απλώς ένα «αδιάβλητο πάθος» της ανθρώπινης φύσεως. Είναι πρόσκληση. Ζητά ο Χριστός νερό, για να δώσει την ευκαιρία στον άνθρωπο να ζητήσει εκείνος το αληθινό νερό. Το «διψώ» του Χριστού είναι η φανέρωση της πανανθρώπινης δίψας. Διψά ο άνθρωπος για νόημα, για αγάπη, για αλήθεια, για ζωή που να μην τελειώνει. Και αυτή η δίψα δεν ικανοποιείται με τα πρόσκαιρα.
Γι’ αυτό και η Σαμαρείτιδα έψαχνε. Πέντε άνδρες και τώρα άλλος ένας. Όχι απλώς αμαρτία, αλλά αναζήτηση — λανθασμένη, αλλά υπαρκτή. Ο άνθρωπος δοκιμάζει, επιμένει να αναζητά την ευτυχία και στο τέλος κουράζεται από τον ίδιο του τον εαυτό. Γιατί το νερό αυτό δεν ξεδιψά. Γιατί χαραμίζεται σαν τον άσωτο και σπαταλιέται από δω κι από κει.
Και εδώ έρχεται η κρίσιμη στιγμή. Ο Χριστός δεν αγνοεί τη Σαμαρείτισσα. Δεν την χαϊδεύει. Δεν την καταδικάζει. Της λέει μία φράση: «Πέντε άνδρες είχες και αυτός που έχεις τώρα δεν είναι άνδρας σου». Τόσο απλά. Χωρίς ένταση, χωρίς καταγγελία, χωρίς επίδειξη δικαιοσύνης, αλλά και χωρίς ψέμα. Αυτό είναι το ορθόδοξο ήθος: ούτε αδιάκριτη συγκατάβαση ούτε σκληρός νομικισμός. Αλήθεια και παρρησία.
Γιατί ο άνθρωπος γνωρίζει την πτώση του. Δεν χρειάζεται κατήγορο. Χρειάζεται κάποιον να του πει την αλήθεια — την οποία ήδη γνωρίζει — και ταυτόχρονα να σταθεί δίπλα του, να του δώσει χέρι να σηκωθεί. Όχι να τον συντρίψει, ούτε να τον αφήσει. Γιατί είναι αδύναμος και απρόθυμος να σηκωθεί από τα βάσανα της αμαρτίας, η οποία μοιάζει γλυκιά και τον εθίζει.
Η Σαμαρείτιδα σώζεται, όχι γιατί ήταν «καλή», αλλά γιατί ήταν ταπεινή. Δεν αντέδρασε, δεν δικαιολόγησε τον εαυτό της, δεν έφυγε όταν ο Χριστός φανέρωσε τον βίο της. Και εκεί άνοιξε ο δρόμος. Γιατί η ταπείνωση είναι το σημείο εισόδου της χάριτος.
Ο Χριστός την προσκαλεί στην αληθινή λατρεία. Όχι στον τύπο, όχι στον τόπο, αλλά στον τρόπο: «εν Πνεύματι και Αληθεία». Δεν είναι η εξωτερική θρησκευτικότητα που σώζει. Δεν είναι η τυπολατρεία. Δεν είναι η καταγωγή. Είναι η καρδιά: η καθαρότητα, η ειλικρίνεια, η μετάνοια, η εντιμότητα και το θάρρος.
«Όποιος πιει από αυτό το νερό θα ξαναδιψάσει». Γιατί όλα τα ανθρώπινα είναι περιορισμένα. Αλλά το «ύδωρ το ζών» είναι άλλο. Είναι η χάρη του Αγίου Πνεύματος, που γίνεται μέσα στον άνθρωπο «πηγή ύδατος αλλομένου εις ζωήν αιώνιον». Μεταμορφώνει τον άνθρωπο. Αναστρέφει την πορεία, από καθοδική προς τον θάνατο σε ανοδική προς τη ζωή.
Μην αμφιβάλλετε, αδελφοί μου. Η δύναμη του Αγίου Πνεύματος δεν είναι ιδέα. Είναι πραγματικότητα. Είναι καταρράκτης. Είναι δύναμη που αλλάζει τον άνθρωπο εκ βάθρων — που τον παίρνει από τη συνήθεια της αμαρτίας και τον οδηγεί στην ελευθερία της χάριτος.
Η Σαμαρείτιδα είχε καρδιά. Ένας πατέρας της ερήμου, ο αββάς Παμβώ, είπε: «Αν έχεις καρδιά, δύνασαι να σωθείς». Δεν έμεινε λοιπόν στη συνήθεια, στην απολίθωση, στη δικαιολογία και στην αντίδραση αυτή η γυναίκα. Είχε την εντιμότητα και το θάρρος να δεχτεί αυτό που της είπε ο Χριστός, και γι’ αυτό άνοιξαν τα μάτια της. Τον αναγνώρισε πρώτα ως προφήτη, έπειτα ως Σωτήρα, και έγινε — από διψασμένη — η ίδια πηγή ρημάτων ζώντων· από περιφρονημένη, κήρυκας· από αμαρτωλή, ιεραπόστολος.
Αδελφοί μου, ο κόσμος σήμερα διψά. Αλλά πίνει από λάθος πηγές. Και όσο πίνει, τόσο διψά. Η Εκκλησία δεν ήρθε ούτε να καταδικάσει ούτε να δικαιολογήσει, αλλά να δείξει την αλήθεια και να δώσει το ζωντανό νερό.
«Δεύτε και αρρύσασθε ύδωρ αθανασίας». Αφεθείτε στην εμπειρία της χάριτος. Ανοίξτε την καρδιά σας. Μη μένετε στην αυτοδικαίωση. Μη δικαιολογείστε. Μην αγαπάτε μια ζωή που εσείς επιλέξατε αλλά δεν συμφωνεί με το θέλημα του Χριστού. Όποιος δικαιώνει τον εαυτό του και δεν ανοίγει τα αυτιά του στον Χριστό, νεκρώνεται. Αφήστε τον Χριστό να σας μιλήσει αληθινά. Ακούστε Τον. Και τότε, όχι μόνο θα ξεδιψάσετε, αλλά θα γίνετε κι εσείς πηγή μέσα σε έναν κόσμο ξηρασίας. Αμήν.
Εκ της Ιεράς Μητροπόλεως.
π. Παντελεήμων Κρούσκος.