Bottom Background

+ ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ (2026)

Με μεγάλη λαμπρότητα και την αρμόζουσα εκκλησιαστική τάξη εορτάστηκε η μνήμη των Τριών Μεγάλων Ιεραρχών, Βασιλείου του Μεγάλου, Γρηγορίου του Θεολόγου και Ιωάννου του Χρυσοστόμου στην Ιερά Μητρόπολη Λέρου, Καλύμνου & Αστυπαλαίας.

ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ ΑΡΧΙΕΡΑΤΙΚΟΣ ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ

Την παραμονή το εσπέρας, Πέμπτη 29/1/2026, βάσει επισήμου προγράμματος το οποίο εξέδωσαν από κοινού η Ιερά Μητρόπολις και ο Δήμος Λέρου, η Εικόνα των Τριών Ιεραρχών, βασταζομένη υπό μαθητών και μαθητριών του «Νικολαϊδείου» Δημοτικού Σχολείου Αγίας Μαρίνης, τους οποίους συνόδευσαν η διευθύντρια κα Σιμέλα Κινεβεζίδου, δασκάλες και δάσκαλοι του σχολείου, καθώς και η αρτοκλασία, τέθηκαν στο κέντρο του Ιερού Μητροπολιτικού Ναού «Ευαγγελισμός της Θεοτόκου». Εν συνεχεία εψάλη πανηγυρικός Αρχιερατικός Εσπερινός στον οποίο χοροστάτησε ο Σεβ. Μητροπολίτης μας κ. Παΐσιος, ο οποίος κήρυξε και τον θείο λόγο αναφερθείς στην σπουδαιότητα των λόγων και των έργων των τριών μεγάλων Ιεραρχών.

Κατά τον Εσπερινό τον Μητροπολίτη πλαισίωσαν μαθητές και μαθήτριες, οι οποίοι έψαλλαν το απολυτίκιο «τους τρεις φωστήρες της τρισηλίου θεότητος…» και ο Μητροπολίτης συνεχάρη τα παιδιά και τους διδασκάλους τους για την σεμνή παρουσία τους στην Εκκλησία.


ΑΡΧΙΕΡΑΤΙΚΗ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ-ΕΤΗΣΙΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ

Το πρωί της Παρασκευής 30 Ιανουαρίου 2026, τελέσθηκε ο Όρθρος και η Αρχιερατική Θεία Λειτουργία υπό του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ. Παϊσίου, συμπαραστατουμένου υπό του Αρχιερατικού Επιτρόπου πρωτ. Νικοδήμου Φωκά, του εφημερίου του Ι. Ναού πρωτ. Νικολάου Ταχλιαμπούρη, και των αιδεσιμωτάτων ιερέων πρωτ. Ιωάννου Ταχλιαμπούρη, πρωτ. Παϊσίου Αγγελάκη και οικ. π. Γεωργίου Γαμπιέρη.

Κατά την Θεία Λειτουργία τις τοπικές πολιτικές αρχές εκπροσώπησαν οι αντιδήμαρχοι Ελ.Χέλμη, Εμμ.Μαραβέλιας και Χρ.Γιαννακός, ο εκπρόσωπος της Περιφ.Ν.Αιγαίου Ι.Θεμέλαρος, αντιπροσωπείες των σχολείων της νήσου με τις σημαίες τους, εκπαιδευτικών, γονέων και κηδεμόνων των μαθητών και αρκετών πιστών.

 

Ο Μητροπολίτης στο μήνυμά του για την μεγάλη ημέρα των γραμμάτων, εξήρε την σπουδαία αυτή ελληνοθρησκευτική εορτή και την προσωπικότητα των τριών μεγάλων διδασκάλων Ιεραρχών. Συνεχάρη δε τους εκπαιδευτικούς και τους μαθητές των σχολείων που τίμησαν αυτή τη διπλή εορτή: του εορτασμού των τρισμεγίστων φωστήρων της Εκκλησίας μας και στυλοβατών της Ελληνικής Παιδείας, καθώς και τους μεγάλους διδασκάλους, ευεργέτες, δωρητές και κτήτορες των σχολείων της Λέρου.

Ιερή και ιδιαιτέρως συγκινητική, κάθε χρόνο, είναι η στιγμή εκείνη όπου τελείται το ετήσιο Μνημόσυνο υπέρ αναπαύσεως των ψυχών των Διδασκάλων και των Μεγάλων Ευεργετών, Ευεργετών και Δωρητών της παιδείας, των φιλανθρωπικών Ιδρυμάτων και των Εκπαιδευτηρίων της νήσου και αναγιγνώσκεται ο μεγάλος κατάλογος αυτών.


ΤΡΙΣΑΓΙΟ ΣΤΟ «ΝΙΚΟΛΑΪΔΕΙΟ» ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ

Μετά την Θεία Λειτουργία η Εικόνα των Τριών Ιεραρχών και το κόλλυβο, κατά το έθος, που κρατούσαν οι μαθητές και μαθήτριες, με πομπή, προπορευομένης της σημαίας του σχολείου, κατέληξαν στον αύλειο χώρο του «Νικολαϊδείου» Δημοτικού Σχολείου Αγίας Μαρίνης, ενώπιον των προτομών των μεγάλων ευεργετών, όπου τελέσθηκε τρισάγιο, κατατέθηκαν στεφάνια στις προτομές τους και στο τέλος εψάλη ο Εθνικός μας Ύμνος.

Κατόπιν, στην αίθουσα εκδηλώσεων του σχολείου, στα πλαίσια του εορτασμού των Τριών Ιεραρχών μαθητές του σχολείου ανέγνωσαν κείμενα των αγίων Τριών Ιεραρχών αναφερόμενα στην ματαιότητα της συσσώρευσης πλούτου επ’ ευκαιρία του διαγωνισμού ζωγραφικής ο οποίος διοργανώθηκε για δεύτερη χρονιά από το «Νικολαΐδειο» Δημοτικό Σχολείο σε συνεργασία με την Ιερά Μητρόπολη και την ενορία της Αγίας Μαρίνας με θέμα τον πλούτο και την φτώχεια κατά τους Τρεις Ιεράρχες και απονεμήθηκαν έπαινοι στα έργα των μαθητών που διακρίθηκαν.


ΟΜΙΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ

Οι εκδηλώσεις εορτασμού των Τριών Ιεραρχών ολοκληρώθηκαν το εσπέρας της Παρασκευής στον Ιερό Ναό του Αγίου Φανουρίου Ξηροκάμπου Λέρου, με την διοργάνωση εκδήλωσης προς τιμήν των εκπαιδευτικών και της καθιερωμένης επετειακής ομιλίας, την ευθύνη της οποίας είχε εφέτο η Θεολόγος του 2ου Γυμνασίου Λέρου «Απόστολος και Ελευθέριος Ευαγγέλου» κα. Μαρία Τερζούδη με θέμα: «Η διδασκαλία και το έργο των Τριών Ιεραρχών ως αξίες στη σύγχρονη κοινωνία». Μετά το πέρας της ομιλίας, ο Σεβ. Μητροπολίτης μας κ. Παΐσιος συνεχάρη την ομιλήτρια για την όντως ωραία ομιλία που καθήλωσε το ακροατήριο.

Ακολουθεί η ομιλία της κ. Μαρίας Τερζούδη:

Γιορτάζουμε σήμερα και τιμούμε τους τρεις ιεράρχες. Τον Μέγα Βασίλειο, σπουδαίο ιεράρχη της κοινωνικής προσφοράς, τον Γρηγόριο τον Θεολόγο, θεολόγο των θεολόγων και ποιητή επίσκοπο, τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο, απαράμιλλο ρήτορα στην υπηρεσία της αλήθειας. Τιμούμε τους φωτισμένους παιδαγωγούς, προστάτες των γραμμάτων και των μαθητών, προσωπικότητες με ανοιχτούς πνευματικούς ορίζοντες, και άρτια επιστημονική συγκρότηση, αυτούς που τονίζουν κατ’ επανάληψιν την αξία της αρχαίας ελληνικής παιδείας και με τη δική της γλώσσα τεκμηριώνουν και διατυπώνουν τη χριστιανική αλήθεια.

Οι τρεις ιεράρχες απορρίπτουν την επιφανειακή πνευματικότητα, τον ακίνδυνο χριστιανισμό, την πίστη που τυφλώνει, την εκκλησία που αντί για οδός της αληθινής σωτηρίας και ζωής, γίνεται μέσο στα χέρια των ισχυρών για τη χειραγώγηση και εκμετάλλευση ανθρώπων και λαών. «Ξέρω πολλούς», λέει ο Χρυσόστομος, «που νηστεύουν και προσεύχονται και στενάζουν, επιδεικνύοντας κάθε λογής αδάπανη ευλάβεια. Ενώ ούτε ένα οβολό δε δίνουν στους θλιβόμενους. Τι κέρδος έχουν από την υπόλοιπη αρετή τους; Γι’ αυτούς η βασιλεία των ουρανών είναι κλειστή». Και ο Γρηγόριος συμπληρώνει: «Μη τεντώνεις τα χέρια σου στον ουρανό αλλά στα χέρια των φτωχών. Αν εκτείνεις τα χέρια σου στα χέρια των φτωχών, έπιασες την κορυφή του ουρανού».

Ο 4ος και 5ος αιώνας στην Ανατολή, όπου ζουν και δρουν οι τρεις ιεράρχες, έχει αρκετά κοινά χαρακτηριστικά, με τον 20ο και ακόμα περισσότερο με τον 21ο αιώνα κυρίως σε Ευρώπη και Αμερική, όπου κυριαρχούν συνθήκες «ανομοιογένειας» -κατά κύριο λόγο θρησκευτικής και εθνικής. Στην εποχή μας, όπως σημειώνει ο αείμνηστος Χρυσόστομος Σταμούλης, το γεγονός αυτό κάνει επιτακτική τη συζήτηση για τον διάλογο και ουσιαστικά τη συμπόρευση με την ετερότητα, μια συζήτηση, που φαίνεται πως στους ενδιάμεσους χρόνους και κάτω από καταστάσεις γενικής ομοιογένειας -παράδειγμα Ελλάδας έως και τις αρχές της δεκαετίας του ’80-, εμφανιζότανε κενή νοήματος ή κενή περιεχομένου. Οι εορταζόμενοι άγιοι ζουν σε μια εποχή που η ιστορία φέρνει σε συνάντηση τρία μεγάλα και οικουμενικά θρησκευτικά μεγέθη, τον Ελληνισμό, τον Ιουδαϊσμό και τον Χριστιανισμό. Μια εποχή σκληρή, με έντονες αντιπαραθέσεις, συγκρούσεις και εντάσεις, που απειλούσαν με διάλυση τον κοινωνικό ιστό της αυτοκρατορίας. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η συμβολή τους. Διότι, κινούμενοι στις ράγες της χριστιανικής οντολογίας, που σε πολλές περιπτώσεις υποχωρεί κάτω από θρησκευτικές ιδεολογίες και φονταμενταλισμούς, κατάφεραν να δημιουργήσουν διά της αποδοχής και της πρόσληψης και εξάπαντος μέσα από την κατάφαση στη σημαντικότητα της παιδείας, συνθήκες σεβασμού και καταλλαγής.

Όπως σημειώνει ο πρωτοπρεσβύτερος Βασίλειος Θερμός, αν οι τρεις ιεράρχες αντιμετώπιζαν το ξένο και το διαφορετικό πολωτικά, θα αρνούνταν και την όσμωση με τον ελληνισμό. Το αποτέλεσμα θα ήταν ένας χριστιανισμός κατώτερος από αυτόν που ζούμε σήμερα. Ο ελληνισμός αποτελούσε έναν ριζικά διαφορετικό πολιτισμό από τον ιουδαΐκό. Οι τρεις ιεράρχες λόγω της σοφίας και της αγιότητάς τους, χωρίς ουσιαστικά να το γνωρίζουν, εφάρμοσαν τη λογική των ζώντων οργανισμών: το κύτταρο βρίσκεται σε διαρκή ανταλλαγή της ύλης με τα γειτονικά του κύτταρα και με το αίμα που κυκλοφορεί μέσα στα αγγεία. Η ανταλλαγή αυτή είναι απαραίτητη προκειμένου το κύτταρο να μην νεκρωθεί και, έμμεσα, προκειμένου να διατηρήσει την ταυτότητά του. Διότι νεκρό και σε αποσύνθεση δεν έχει ταυτότητα. Οι πολιτισμοί, επειδή είναι ζωντανοί, βρίσκονται σε διαρκή ανταλλαγή και όσμωση. Έτσι αφενός εμπλουτίζονται οι ίδιοι και αφετέρου συμβάλλουν σε προσέγγιση και καλύτερη κατανόηση των ανθρώπων. Χωρίς αυτή την αλληλεπίδραση των πολιτισμών, οι διάφοροι λαοί και τα έθνη θα παρέμεναν ακατανόητα το ένα για το άλλο. Και φυσικά αυτό θα κατέληγε σε μεγαλύτερη εχθρότητα από αυτή που βλέπουμε σήμερα, αφού το άγνωστο το φοβόμαστε. Και φυσικά, χωρίς αυτή την κινητικότητα και ανάμιξη των πολιτισμών, δεν θα ήταν δυνατόν η εκκλησία να επιτελέσει το ιεραποστολικό έργο της διάδοσης του Ευαγγελίου.

Ο Σταμούλης επισημαίνει ότι μια τέτοια διαδικασία εξάπαντος δεν αγνοεί, ούτε υποβαθμίζει τις διαφορές. Τα διαφορετικά μεγέθη (θρησκευτικά, πολιτιστικά, πολιτικά), παραμένουν εντός του κοινού πολιτικοκοινωνικού και οπωσδήποτε πολιτισμικού ιστορικού χώρου, με όλα εκείνα τα στοιχεία που αναδεικνύουν τη νόμιμη, αλλά και θεμιτή για τη φυσιολογία μιας κοινωνίας, ετερότητα τους. Και ονομάζει τη μεθοδολογία των φωτεινών αγίων της Εκκλησίας, μεθοδολογία της προσλήψεως. Στ’ αλήθεια, πρόκειται για το μυστήριο της προσλήψεως, το οποίο εδράζεται στον «πολιτισμό της σάρκωσης», που γνωρίζει και αναδεικνύει τη σημαντικότητα του τέλους της βεβαιότητας. Μεθοδολογία αναγκαία, όχι απλά και μόνο για τη συγκρότηση του εκκλησιαστικού εαυτού, αλλά και για την πρόοδο των επιστημών, των προσώπων και των κοινωνιών. Μια διαδικασία, η οποία φέρνει στο κέντρο της δημόσιας ζωής, τη ρυθμιστική αρχή της αναθεώρησης και της  την ανάγκη της επέκτασης και της συγχώρησης. Βέβαια, κινδυνεύει κανείς σήμερα, κάτω από την παρά φύση πίεση των άγριων φανατισμών και ιδεολογιών, γιατί όχι και φονταμενταλισμών, που καλύπτουν τη γη της Ορθοδοξίας, να κατηγορηθεί για καινοποίηση της εκκλησιαστικής ζωής και άρνηση της ζώσας εμπειρίας. Μια τέτοια μομφή ωστόσο αγνοεί πλήρως, την πραγματική παράδοση της Εκκλησίας, που αναγνωρίζει στο πρόσωπο του Χριστού, τον σημαιοφόρο ενός τρόπου που αντλεί ή καλύτερα εδράζεται στην «παράδοξη κράση» και στην «καινή μίξη». Όπως αναγνωρίζει, άλλωστε, και στις ενέργειες της Αγίας Τριάδος, τον τρόπο ενέργειας εκείνου του εκκλησιαστικού σώματος, που διεκδικεί το κατ’ εικόνα και το καθ’ ομοίωσιν του δημιουργού Θεού. Υπάρχω με τον τρόπο του Χριστού, σημαίνει ζω με τον τρόπο του Χριστού. Και υπάρχω με τον τρόπο των προσώπων της Αγίας Τριάδος, σημαίνει ενεργώ με τον τρόπο που ενεργούν τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδας. Μια ενέργεια, που πλουτίζει συνεχώς το σώμα και το αυξάνει, προκειμένου να φτάσει σε «μέτρον ηλικίας Χριστού». Και είναι σαφές πως μια τέτοια μεθοδολογία τρόπου ύπαρξης και τρόπου δράσης, δεν μπορεί να είναι φοβική απέναντι στο σύνολο του κόσμου και της ζωής. Ο χριστιανός, κατά Βασίλειο, μοιάζει με τη μέλισσα, η οποία επισκέπτεται όλα τα λουλούδια, αλλά όχι όλα με τον ίδιο τρόπο και λαμβάνει από αυτά μόνο τα ωφέλιμα, δηλαδή εκείνα τα υλικά που θα της επιτρέψουν να φτιάξει το μέλι της. Θα της επιτρέψουν να καρπίσει.

Μιλώντας για την παιδεία, την εκπαίδευση και τον ρόλο του δασκάλου, διαπιστώνουμε ότι οι τρεις ιεράρχες έθεσαν θέματα, παραμέτρους και ιεραρχήσεις που ήμερα είτε αποτελούν βασικές παραδοχές και αξίες, είτε παραμένουν ζητούμενα. Πολλούς αιώνες πριν, οι σπουδαίοι πατέρες διακήρυξαν ότι πρώτοι δάσκαλοι του παιδιού είναι και οι δυο γονείς, ότι η εκπαίδευση αφορά τόσο τα αγόρια όσο και τα κορίτσια, ότι η σωματική τιμωρία των μαθητών κάνει κακό και πρέπει να αποφεύγεται, ότι κάθε μαθητής πρέπει να αντιμετωπίζεται με αγάπη και σεβασμό, ότι η διδασκαλία πρέπει να προσαρμόζεται στις ανάγκες και την προσωπικότητα των μαθητών, ότι ο δάσκαλος πρέπει να είναι ο συνοδοιπόρος που βοηθά τους μαθητές του να ανακαλύψουν οι ίδιοι τη γνώση, να αποτελεί φωτεινό παράδειγμα και να διδάσκει πρώτα απ’ όλα την αγάπη.

Η αγωγή, είπαν, είναι η «τέχνη των τεχνών» και η «επιστήμη των επιστημών» διότι έχει ως σκοπό όχι μόνο τη φροντίδα του σώματος αλλά και την περιποίηση της ψυχής του ανθρώπου.

Τίποτα δεν είναι ανώτερο από την Παιδεία.

Το δε έργο του παιδαγωγού συνίσταται στο να βοηθήσει την εικόνα του Θεού, τον άνθρωπο, να κατορθώσει το «καθ’ ομοίωσιν».

Συνοψίζουμε τις βασικές τους θέσεις στα εξής:

Για τους γονείς

Η ευθύνη για την αγωγή των πρώτων χρόνων της ζωής του ανθρώπου βαραίνει τους γονείς. Το έργο τους σ’ αυτή την πολύ σημαντική αποστολή είναι δύσκολο, καθώς από τον πρώτο χρόνο της ζωής τους τα παιδιά μιμούνται οτιδήποτε πέσει στην αντίληψή τους. Οι γονείς αποτελούν τους πρώτους παιδαγωγούς, αφού είναι οι πρώτοι άνθρωποι που με τη συμπεριφορά, τις αντιλήψεις και τη γενικότερη στάση τους, διδάσκουν και μεταδίδουν γνώση, αξίες, αντιλήψεις και στάση ζωής, πολλές φορές μάλιστα χωρίς να το συνειδητοποιούν.

Πέρα από την ευθύνη για την αγωγή των παιδιών τους, ιδιαίτερη σημασία έχει και η συνεργασία τους με τους άλλους φορείς αγωγής ώστε να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για σωστή διαπαιδαγώγηση με θετικά αποτελέσματα στην κοινωνία.

Λένε οι άγιοι πατέρες: Να λογίζεστε τα παιδιά σας σαν χρυσά αγάλματα, την πολύτιμη περιουσία σας, που οφείλετε να φροντίζετε καθημερινά πολύ προσεκτικά, να διορθώνετε, να διαπλάθετε και να στολίζετε την ψυχή τους με αρετές. Όπως οι γλύπτες αφαιρούν ό,τι είναι περιττό και προσθέτουν ό,τι λείπει, με τον ίδιο τρόπο και οι γονείς οφείλουν να διαμορφώνουν τον χαρακτήρα και την ψυχή του παιδιού τους.

Η αγωγή είναι υπόθεση και των δύο γονέων, οι οποίοι οφείλουν να στέκονται δίπλα στα παιδιά τους από τη γέννησή τους, συμβουλεύοντας και μαθαίνοντάς τους τον δρόμο της καλλιέργειας των αρετών. Το σπίτι και η οικογένεια είναι το πρώτο σχολείο των παιδιών και ο ρόλος του παιδαγωγού ανατίθεται και στους δύο γονείς. Η συμπόρευση του πατέρα και της μητέρας είναι απαραίτητη ώστε τα αποτελέσματα της αγωγής να είναι θετικά.

Για τον δάσκαλο

Αυτός που καθοδηγεί άλλους ανθρώπους θα πρέπει να διακρίνεται για την αρετή του.

Η πιο σημαντική προϋπόθεση, από την οποία ξεκινά η παιδαγωγία κατά το πρότυπο του Χριστού, είναι το στοιχείο της αγάπης και η θεώρηση του άλλου ως προσώπου και όχι ως ατόμου. Κάθε άνθρωπος γεννιέται ως μοναδική και αδιαίρετη ύπαρξη, ως μονάδα. Για να μεταβληθεί σε πρόσωπο, πρέπει να αρνηθεί την αυτάρκειά του, να ανοιχτεί και να σχετιστεί με τον άλλο, τον συνάνθρωπο.

Είναι αδιανόητο να αποδειχτεί επιτυχές το διδακτικό έργο δίχως την προσωπική σχέση παιδαγωγού και παιδαγωγούμενου, δασκάλου και μαθητή.

Ποιο είναι λοιπόν το βασικό χαρακτηριστικό του καλού δασκάλου;

Ο παιδαγωγός πρέπει να διακατέχεται από ανιδιοτελή αγάπη για όλους τους μαθητές. Δεν διαχωρίζει τους μαθητές του ανάλογα με την οικογενειακή, οικονομική ή κοινωνική τους κατάσταση. Επίσης, δεν πρέπει να τους ξεχωρίζει ανάλογα με τη σχολική τους επίδοση. Ακόμα κι όταν ο μαθητής εκδηλώνει κακή συμπεριφορά και η διαγωγή του εκτρέπεται, ο εκπαιδευτικός επιβάλλεται να τον αντιμετωπίζει ως ασθενή που έχει ανάγκη από παροχή φροντίδας. Το κλίμα και η αίσθηση αγάπης βοηθά τον παιδαγωγούμενο να τα βρει με τον εαυτό του, τους συμμαθητές του, τον Θεό.

Η καλή συνεργασία βοηθά τον μαθητή να ωριμάσει με υγιή τρόπο, ώστε να μπορεί να αντιμετωπίζει τα προβλήματά του, να αναλαμβάνει την ευθύνη των πράξεών του και να υπολογίζει το μεγάλο βάρος που έχει η ελευθερία στη ζωή του.

Μέσα από την αγάπη, ο δάσκαλος νιώθει και αντιλαμβάνεται τη συναισθηματική κατάσταση των μαθητών του και μπορεί να τους βοηθήσει. Όταν η αγάπη αυτή είναι γνήσια και ανιδιοτελής, ο μαθητής το αντιλαμβάνεται και προσπαθεί να ανταποδώσει .Η σχέση καταλήγει σε ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του καλού δασκάλου, την αυτοθυσία.

Ως πρότυπο συμπεριφοράς, ο δάσκαλος πρέπει να είναι καλός, προσιτός, υπομονετικός, συγκαταβατικός, ταπεινός, χωρίς ωστόσο να χάνει τον ρόλο του και να εξισώνεται με τους μαθητές του.

Ένας δάσκαλος που έχει ταπεινοφροσύνη, ακόμα και όταν σιωπά, το παράδειγμα των έργων και η στάση του συνιστούν κι αυτά διδασκαλία –και μάλιστα αποτελεσματικότερη από τον λόγο. Πιο επιδραστική διδασκαλία δεν είναι αυτή που στηρίζεται στον λόγο, αλλά στο καθημερινό παράδειγμα που δίνει ο δάσκαλος με τη συμπεριφορά του, τη στάση και τις αξίες του. Οι μαθητές έχουν ανάγκη κυρίως από υγιή πρότυπα, όχι από λόγια.

Όταν οι πράξεις δεν συμφωνούν με τα λόγια, είναι προτιμότερο να μην διδάσκει κανείς, διότι είναι σαν να χτίζει με το ένα χέρι και να γκρεμίζει με το άλλο. Εάν ο δάσκαλος εφαρμόζει στην πράξη αυτά που διδάσκει, τότε πείθει τους μαθητές του και κερδίζει τον σεβασμό και την εμπιστοσύνη τους. Αντίθετα, εάν μένει στη θεωρητική διδασκαλία χωρίς ανάλογη στάση και συμπεριφορά, το μάθημα χάνει την αξία του και ο δάσκαλος χάνει την υπόληψη και το κύρος του. Τότε, μοιάζει με σβησμένο λυχνάρι που ούτε το ίδιο έχει φως, ούτε μπορεί να δώσει φως σε άλλα λυχνάρια.

Όταν ο δάσκαλος στέκεται μπροστά στους μαθητές του, δεν αποτελεί ένα ατομικό πρότυπο συμπεριφοράς αλλά εκπροσωπεί τις αξίες της κοινωνίας, οι οποίες συνοψίζουν τους απώτερους στόχους της αγωγής. Ο καλός δάσκαλος εμβαθύνει στον ψυχισμό του μαθητή και προσφέρει τις συμβουλές του επιδιώκοντας άριστη επικοινωνία. Όσες γνώσεις κι αν έχει αποκτήσει ένας εκπαιδευτικός, αν δεν έχει τον σωστό τρόπο να τις μεταδώσει και αν η επικοινωνία δεν είναι πραγματική, δεν καταφέρνει να μορφώσει.

Ο δάσκαλος είναι αυτός που με τη συμπεριφορά του καθορίζει το κλίμα μέσα στην τάξη. Όταν λειτουργεί δημοκρατικά, τότε δίνει την ευκαιρία στους μαθητές του να εκφραστούν ελεύθερα, να εκθέσουν τις απόψεις τους και να συνδιαλεχθούν μαζί του. Για να γίνει αυτό, δεν πρέπει να είναι πιεστικός και φορτικός αλλά ήρεμος, ήπιος και φιλόστοργος. Ο τρόπος ομιλίας του πρέπει να είναι τέτοιος που πρώτα να διδάσκει και μετά να ελέγχει, πρώτα να παιδαγωγεί και μετά να τιμωρεί, να επιβάλλει την τάξη και να μην διαπομπεύει τους μαθητές του. Πρέπει να μιλά σεβόμενος το πρόσωπο που έχει απέναντί του: να είναι γλυκομίλητος, πρόσχαρος στις απαντήσεις τους και ευκολοπλησίαστος σε όλους. Μεγάλη σημασία έχει για τα παιδιά και η αίσθηση του χιούμορ. Όταν ο δάσκαλος χαμογελάει και είναι πρόσχαρος, αναπτύσσεται οικειότητα ανάμεσα σε αυτόν και τους μαθητές. Αντίθετα, η μόνιμη σοβαρότητα και η κατήφεια στο πρόσωπο του εκπαιδευτικού, αυξάνει το χάσμα και προκαλεί ψυχρότητα ανάμεσά τους. Γι’ αυτό και αν χρειαστεί καμιά φορά να μαλώσει κάποιον μαθητή, δεν πρέπει να το πράττει με οργή και θυμό, αλλά με πραότητα και ηρεμία. Πρέπει πάντα να κινητοποιείται από ευσπλαχνία και να καταδικάζει την πράξη και όχι το πρόσωπο. Πρέπει να μην είναι πολύ αυστηρός και να μην ελέγχει με βιασύνη και με εμπάθεια τους μαθητές του. Οφείλει να τους νουθετεί, να τους συμβουλεύει και να προσπαθεί κατά το δυνατόν να τους διορθώνει πνευματικά.

Άλλα σημαντικά στοιχεία που πρέπει να επιδεικνύει ο δάσκαλος σε σχέση με τους μαθητές του είναι η αταραξία, η επιείκεια και η ολιγολογία. Η αταραξία δείχνει ότι έχει αυτοπεποίθηση και ότι μπορεί να διαχειριστεί τις καταστάσεις που προκύπτουν. Πρέπει να παραμένει ήρεμος και να αντιμετωπίζει τα προβλήματα με ψυχραιμία, εμπνέοντας τους μαθητές του με σιγουριά και εμπιστοσύνη. Η επιείκεια είναι σημάδι ότι ο δάσκαλος δεν είναι άκαμπτος και σκληρός –στοιχεία που παραπέμπουν σε αυταρχικές συμπεριφορές. Μεγάλη σημασία έχει και ο ενθουσιασμός του δασκάλου για τη δουλειά του, ο οποίος παρασύρει και τους μαθητές που αρχικά δεν επιδεικνύουν διάθεση για μάθηση.

Οι μαθητές ανταποκρίνονται καλύτερα όταν το μάθημα γίνεται από ένα πρόσωπο με κύρος και αξιοπιστία. Η αξιοπιστία κερδίζεται όταν ο δάσκαλος είναι συνεπής και στα λόγια και στα έργα του. Δύο σημαντικά στοιχεία που ενισχύουν την αξιοπιστία του είναι η καλή γνώση του αντικειμένου που καλείται να διδάξει και η ίση αντιμετώπιση όλων των μαθητών του. Σ’ αυτό μάλιστα οι παιδαγωγοί πρέπει να δείχνουν ιδιαίτερη προσοχή, διότι η έλλειψη ισότητας προκαλεί φθόνο και δυσαρέσκεια εκ μέρους των μειονεκτούντων.

Ο δάσκαλος οφείλει να κατέχει το γνωστικό του αντικείμενο ώστε να έχει πειθώ και να εμπνέει τους μαθητές του. Οφείλει όχι απλώς να γνωρίζει καλά το αντικείμενο που διδάσκει αλλά πρέπει να επιμορφώνεται, να μαθαίνει συνεχώς και να εξελίσσεται. Πολλές φορές είναι χρήσιμο να αναλάβει τον ρόλο του μαθητή, να εντρυφήσει πάνω σε όλους τους τομείς του επαγγέλματός του και να μην επαναπαύεται. Άλλωστε η μάθηση δεν σταματάει ποτέ.

Είναι πολύ σημαντικό ο μαθητής να αγαπά και να τιμά τον δάσκαλο ως πατέρα, να τον διακρίνει η φιλομάθεια και η κοσμιότητα και να προσπαθεί να τον μιμείται. Οι μαθητές δεν πρέπει να μιλούν όλοι μαζί και δημιουργείται θόρυβος και αταξία στο σχολικό περιβάλλον διότι η συμπεριφορά αυτή είναι σημάδι ασέβειας και περιφρόνησης. Τα παιδιά πρέπει να διακρίνονται για τη σεμνότητα και τη σωφροσύνη τους.

Η έννοια της πειθαρχίας δεν εκλαμβάνεται ως απόλυτη υπακοή υπό τον φόβο μιας ποινής. Δεν πρέπει να βασίζεται σε λεκτικές επιπλήξεις και απειλές, αλλά με προσεκτικά λόγια και πραότητα, να οικοδομηθεί μια σχέση εμπιστοσύνης. Το αποτέλεσμα πρέπει να είναι  μια συνειδητή επιλογή και πράξη εκ μέρους των μαθητών. Αν ο δάσκαλος επιθυμεί την πειθαρχία και την υπακοή των μαθητών του, θα πρέπει πρώτος αυτός να προσφέρει αγάπη και σεβασμό.

Στο θέμα του επαίνου και των ποινών, προτείνεται η διαφορετική αντιμετώπιση των μαθητών ανάλογα με τον χαρακτήρα τους και το ψυχολογικό τους σθένος. Είναι μερικοί άνθρωποι που η διόρθωσή τους επιτυγχάνεται με την καλοσύνη και την παρηγοριά, ενώ άλλοι χρειάζονται επίπληξη και πιο αυστηρή στάση. Και η επίπληξη όμως διαχωρίζεται σ’ αυτή που γίνεται δημόσια και σ’ αυτή που γίνεται κατ’ ιδίαν. Ο δάσκαλος πρέπει να λειτουργεί σαν ψυχολόγος και να επιλέγει τη λύση που ταιριάζει καλύτερα στον χαρακτήρα του παιδιού. Να μην ξεχνά ότι ο έπαινός και η επίπληξη πρέπει να γίνονται την κατάλληλη χρονική στιγμή, διαφορετικά δεν θα ωφελήσουν καθόλου αλλά αντίθετα, θα τους βλάψουν.

Οι ποινές πρέπει να υπάρχουν και να επιβάλλονται κλιμακωτά και με σύνεση. Η υπερβολή φέρνει αντίθετα αποτελέσματα. Με κλιμάκωση και σύνεση πρέπει να χρησιμοποιούνται και οι έπαινοι, οι αμοιβές.

Διδακτικές προσεγγίσεις

Η γνώση είναι καλό να μην προσφέρεται έτοιμη, αλλά να δίνεται στους μαθητές η δυνατότητα να σκεφτούν και να ερευνήσουν το θέμα που μελετούν. Ο καλός δάσκαλος οδηγεί τους μαθητές εκεί που θέλει χωρίς να απαντάει αμέσως στις ερωτήσεις τους, αλλά δίνοντας στοιχεία σταδιακά, τους βοηθάει να ανακαλύψουν μόνοι τους της γνώση. Ο δάσκαλος λειτουργεί άλλοτε άμεσα και άλλοτε έμμεσα ως βοηθητικός παράγοντας στη διερευνητική προσπάθεια του μαθητή. Η μετάβαση γίνεται από τα ευκολότερα στα πιο δύσκολα, από τα απλά στα σύνθετα, από τα αισθητά στα πνευματικά. Η γνώση πρέπει να προσφέρεται τμηματικά, ώστε οι μαθητές να μπορούν να την κατακτήσουν.

Η διδασκαλία μοιάζει με τα ταξίδια των οδοιπόρων ή των πλοίων: όπως αυτά χρειάζεται να κάνουν στάσεις ή να σταματούν για κάποιο χρονικό διάστημα ώστε να ξεκουραστούν, έτσι και για τους δασκάλους και τους μαθητές είναι αναγκαία μια περίοδος σιωπής, για ξεκούραση του μυαλού και αφομοίωση των διδαχθέντων.

Στη διδασκαλία, ιδιαίτερη σημασία έχει η ανάπτυξη της ομαδικότητας και της συνεργασίας, καθώς παίζουν σημαντικό ρόλο στη μάθηση και την κοινωνικοποίηση των μαθητών. Οι δυνατοί πρέπει να βοηθούν τους ασθενέστερους. Η προσφορά βοήθειας και η αποβολή της ατομικότητας αποτελούν στοιχεία όχι μόνο ενός καλού μαθητή, αλλά και ενός ανθρώπου που βρίσκεται σε κοινωνία με τον πλησίον του.

Η αφήγηση, ο διάλογος, τα εποπτικά μέσα -όπως παραστατικές εικόνες, παραδείγματα, παρομοιώσεις και πρακτικές μέθοδοι- εμπλουτίζουν τη διδασκαλία. Και επειδή κάθε ψυχή θεραπεύεται με διαφορετικό τρόπο, σημαντική είναι η εξατομικευμένη διδασκαλία. Όπως ο γυμναστής δεν γυμνάζει όλους τους αθλητές με τον ίδιο τρόπο διότι διαφέρουν στη σωματοδομή και τη σωματική δύναμη, έτσι και ο δάσκαλος οφείλει να προσαρμόζει το μάθημά του στις πνευματικές και διανοητικές δυνατότητες των μαθητών του.

Παιδεία είναι η ωφέλιμη αγωγή της ψυχής, που απαιτεί πολλούς κόπους και αγώνες και έχει ως αποτέλεσμα την κάθαρση της ψυχής από τις κηλίδες της κακίας. Στην αρχή προκαλεί λύπη διότι απαιτεί σκληρό αγώνα και μεγάλη προσπάθεια, όμως αργότερα φέρνει τη χαρά και γεμίζει τις ψυχές των ανθρώπων με καρπούς ειρηνικούς που συντελούν στη σωτηρία των ψυχών. Αγάπη και ελευθερία είναι δύο έννοιες αλληλένδετες, που χαρακτηρίζουν και δίνουν νόημα στην παιδεία.

Το σχολείο που οραματίζονται οι τρεις ιεράρχες είναι το σχολείο της ομορφιάς και της ευτυχίας, που προτεραιότητά του είναι να ομορφύνει ο άνθρωπος την ψυχή και την προσωπικότητά του με την αγάπη και τις άλλες αρετές. .Η παιδεία που οραματίζονται έχει στο κέντρο της τον άνθρωπο και εξάπαντος όχι μια ιδέα γι’ αυτόν. Ο ρόλος του δασκάλου σε αυτή τη διαδρομή είναι απαραίτητος και καθοριστικός, γιατί για να επιτευχθούν οι στόχοι, πρέπει να μεταλαμπαδευτούν οι αξίες του Ευαγγελίου στην αυθεντική τους μορφή, δηλαδή βιωματικά. Οι μαθητές δεν έχουν ανάγκη από πολλά λόγια, περιγραφές και εξηγήσεις, αλλά ζητούν από τον δάσκαλο να τους φανερώσει το νόημα και να τους προσφέρει το έμπρακτο παράδειγμα των αρετών. Αναζητούν την αγάπη προς το πρόσωπό τους, την τιμιότητα, την ίση μεταχείριση και την πλήρη αποδοχή τους, ως μοναδικές και ανεπανάληπτες προσωπικότητες.

Και μέγιστος έπαινος και στόχος για κάθε δάσκαλο, σύμφωνα με τον ιερό Χρυσόστομο, είναι οι μαθητές του να φτάσουν σε τέτοιο επίπεδο, ώστε να μην έχουν πλέον ανάγκη από την καθοδήγηση και τη διδασκαλία του, διότι θα τον έχουν ξεπεράσει.

Σήμερα, σχεδόν σε όλο τον κόσμο, ο άνθρωπος δοκιμάζεται. Στην ειδησεογραφία της καθημερινότητας επικρατούν πόλεμοι, βίαιες συγκρούσεις, κοινωνικά αδιέξοδα, οικονομική δυσχέρεια, εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, κοινωνικές διακρίσεις, θρησκευτικές διαμάχες.

Το έργο και η διδασκαλία των τριών ιεραρχών είναι σήμερα πολύτιμο παράδειγμα ανθρώπων που δεν θαμπώθηκαν ούτε στιγμή από πλούτο, πολυτέλειες και αξιώματα αλλά σε όλη τους τη διαδρομή προτίμησαν τη λιτή, ασκητική ζωή, διέθεσαν την προσωπική τους περιουσία στους φτωχούς, συγκρούστηκαν με τους ισχυρότερους, επισκόπους, αυλικούς και αυτοκράτορες, προσπαθώντας να διασφαλίσουν πόρους για αναξιοπαθούντες, άσκησαν κριτική στάση τους απέναντι σε κάθε μορφής εξουσία.

Ο σπουδαίος Ρώσος στοχαστής Νικολάι Μπερντιάεφ παρατηρεί χαρακτηριστικά: «Στον Μέγα Βασίλειο όπως και στον Ιωάννη τον Χρυσόστομο η κοινωνική αδικία, δημιούργημα της κακής διανομή του πλούτου, κριτικάρεται με μια δριμύτητα που θα έκανε τον Προυντόν και τον Καρλ Μαρξ να χλωμιάσουν».

Ο σχολικός σύμβουλος Θεολόγων Ανδρέας Αργυρόπουλος συνοψίζει ως εξής: Οι Τρεις Ιεράρχες στηρίζουν με κάθε τρόπο τους φτωχούς, τους κυνηγημένους και τους απροστάτευτους της εποχής τους. Θεωρούν αυτονόητο να θυσιαστούν για τον κάθε έναν από αυτούς. Η περιθωριοποίηση των κοινωνικά αδύνατων δεν συνάδει με το ορθόδοξο ήθος. Κάθε άνθρωπος αποτελεί ανεπανάληπτη προσωπικότητα, είναι εικόνα του Θεού. «Με ποιο δικαίωμα» αναρωτιέται ο Χρυσόστομος «μπορεί κανείς να περιφρονεί εκείνους τους οποίους ο Θεός τόσο τιμά ώστε τους δίνει το Σώμα και το Αίμα του Υιού του;». Η επιμονή του μάλιστα να κτίσει το λεπροκομείο, όχι σε κάποια υποβαθμισμένη περιοχή της Κωνσταντινούπολης αλλά στην πλουσιότερη συνοικία έξω απ’ την πόλη, εκεί που ζούσαν μεγάλοι γαιοκτήμονες και οι οποίοι έβλεπαν την οικονομική αξία των πολυτελών οικημάτων να μειώνεται λόγω της γειτνίασης με το κτήριο αυτό, αποτέλεσε και την αφορμή για την οριστική δίωξή του, που θα τον οδηγούσε στην εξορία και τον βασανιστικό θάνατο.

Στον μεγάλο λιμό που έπληξε την περιοχή του, ο Βασίλειος στηλιτεύει τη δράση των μαυραγοριτών, που θέλουν να πλουτίσουν σε βάρος των λιμοκτονούντων συμπατριωτών τους, οργανώνει συσσίτια για όλο τον λαό προσφέροντας βοήθεια χωρίς καμιά διάκριση σε χριστιανούς, ειδωλολάτρες, ιουδαίους και αιρετικούς σώζοντας χιλιάδες από βέβαιο θάνατο. Άλλοτε παρακαλώντας και άλλοτε με δυναμικό τρόπο ζητάει από τους άρχοντες την απαλλαγή των φτωχών από τη φορολογία, ενώ δεν παραλείπει να παρέμβει για τα συμφέροντα των εργαζομένων στα ορυχεία του Ταύρου.

Ο Χρυσόστομος, μόλις ανέρχεται στον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης, πουλάει τα πολυτελή σκεύη και έπιπλα της αρχιεπισκοπής χάρη των παλαιών και νέων φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Διακόπτει άμεσα τη διοργάνωση επίσημων και πλούσιων δείπνων στο χώρο της Αρχιεπισκοπής και με τα χρήματα που εξοικονομεί οργανώνει συσσίτια για 7.000 φτωχούς καθημερινά, χωρίς υπολογίζονται σε αυτό το νούμερο οι ξένοι και οι επισκέπτες. Υποστηρίζει κάθε έναν που αδικείται από την πολιτική εξουσία φτάνοντας στο σημείο να συγκρουστεί με την αυτοκράτειρα, όταν εκείνη καταπατά το κτήμα μιας φτωχής χήρας. Ο ίδιος ζει λιτά και ασκητικά, όπως αρμόζει σ’ έναν ιεράρχη, προκαλώντας το θαυμασμό του απλού λαού, αλλά και την περιφρόνηση των πλούσιων και κοινωνικά ισχυρών αντιπάλων του. Ανυποχώρητος στα πιστεύω, του δεν αρέσκεται στον να συγκαλύπτει νοσηρές καταστάσεις μέσα στον εκκλησιαστικό χώρο. Δε διστάζει να καθαιρέσει μεγάλο αριθμό επισκόπων με την κατηγορία του χρηματισμού κατά την άσκηση της ιεροσύνης. Αντιμετωπίζει δραστικά το σκανδαλισμό που προκαλούσαν στου πιστούς με τον πολυτελή βίο τους, απερίσκεπτοι κληρικοί και ορισμένοι μοναχοί. Η θέση των μοναχών κατά τον ιερό Πατέρα είναι στα μοναστήρια τους, όχι σε κοσμικές εκδηλώσεις και δεξιώσεις επισήμων, που οδηγούν σε σχέσεις διαπλοκής με την έκαστε εξουσία, γι’ αυτό το λόγο και επέβαλε την παραμονή τους στις μονές.

Κοινωνικά μηνύματα

Οι κοινωνικές θέσεις των τριών ιεραρχών είναι τόσο σύγχρονες και ριζοσπαστικές που νομίζει κανείς πως έχουν γραφεί μόλις τον τελευταίο αιώνα, ίσως και σήμερα.

Ο ΄Εριχ Φρομ στο βιβλίο του «Να έχεις ή να είσαι» προβάλλει τις απόψεις των Πατέρων για την κοινοκτημοσύνη αξιολογώντας τις θετικά. Για τους Τρεις Ιεράρχες το πρόβλημα της ανισοκατανομής των αγαθών δεν αποδίδεται στο θέλημα του Θεού, ούτε σε φυσικές αιτίες και τυχαία γεγονότα αλλά σε συγκεκριμένες ενέργειες αυτών που κατέχουν την εξουσία και τον πλούτο. «Οι κοινωνικές ανισότητες δεν είναι θέλημα Θεού», λέει ο άγιος Γρηγόριος, «ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο ελεύθερο… Με την πτώση θρυμματίστηκε η αρχική ενότητα και ισοτιμία μεταξύ των ανθρώπων, οι θρασύτεροι με τη βοήθεια του πολιτικού νόμου, τον οποίο κατέστησαν όργανο καταδυναστεύσεως, επιβλήθηκαν στους ασθενέστερους και έτσι οι άνθρωποι χωρίστηκαν σε πλούσιους και φτωχούς, ελεύθερους και δούλους και σε πολλές άλλες κατηγορίες. Εμείς όμως, σαν χριστιανοί οφείλουμε να αποβλέπουμε και να τείνουμε στην αρχική ενότητα και όχι στην κατοπινή διαίρεση, στο νόμο του Θεού και όχι στο νόμο του ισχυρού», Είναι πασιφανές ότι ο νόμος του Θεού, δηλαδή ο νόμος της αγάπης, της ισότητας, της ελευθερίας της ειρήνης, δεν έχει τίποτα κοινό με το νόμο των ισχυρών κάθε εποχής.

Ο Μέγας Βασίλειος γίνεται πολύ παραστατικός όταν θέλει να αναφερθεί στην αδικία και την αρπαγή του πλούτου από τους κοινωνικά δυνατούς, ανατρέποντας μάλιστα με τα λεγόμενά του τις κοινωνικά αποδεκτές αντιλήψεις περί κλοπής: «συνήθως» λέει «χαρακτηρίζονται κλέφτες αυτοί που κλέβουν πορτοφόλια από τα λουτρά. Δεν είναι όμως αυτοί οι πραγματικοί κλέφτες… αλλά κάποιοι… που αποτελούν τις πολιτικές αρχές πόλεων και εθνών, άλλα αφαιρούν κρυφά, άλλα παίρνουν φανερά με τη βία… Κοινωνοί της κλοπής όμως γίνονται κι αυτοί που θεωρούνται άρχοντες της Εκκλησίας, όταν παίρνουν απ’ αυτούς χρήματα…», για οποιουσδήποτε λόγους. «Αντί να τους ελέγχουν και να τους νουθετούν… εύκολα τους απλώνουν το χέρι και του μακαρίζουν… και τους αδύνατους τους μισούν για τις πράξεις αυτές ενώ τους άλλους που είναι μεγάλοι κλέφτες τους θαυμάζουν».

Ο Μέγας Βασίλειος και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος θεωρούν ότι η κοινοκτημοσύνη είναι η λύση του κοινωνικού προβλήματος και προτείνουν την πρωτοχριστιανική κοινότητα των Ιεροσολύμων όπου όλα ήταν κοινά, σαν πρότυπο για μια δίκαιη κοινωνική οργάνωση των χριστιανικών κοινωνιών. O μακαριστός αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος αναφέρει για τους Τρεις Ιεράρχες: «Η γλώσσα τους αποκτά μια μοναδική οξύτητα όταν κηρύσσουν την ισότητα και την αδελφοσύνη όλων των ανθρώπων». Αφύσικα βλέπει, φωνάζει ο Μέγας Βασίλειος όποιος κάνει διακρίσεις μεταξύ των ανθρώπων. Είναι «άθεοι» ή «παράλογοι» και οπωσδήποτε «λωποδύτες» αυτοί που θησαυρίζουν σε βάρος των άλλων και κρατούν τα πλούτη τους για αποκλειστική τους χρήση». Ο Χρυσόστομος, ακολουθώντας τον Απόστολο Παύλο, χαρακτηρίζει την πλεονεξία των πλουσίων ειδωλολατρία.

Οι Τρείς Πατέρες πιστεύουν ξεκάθαρα πως η μανία του πλούτου και τα συμφέροντα των ισχυρών ευθύνονται για την κατάντια των κοινωνιών, για την πείνα, την εγκατάλειψη, τους πολέμους. «Οι πόλεμοι» γράφει ο Χρυσόστομος «γίνονται από τον έρωτα για τα χρήματα», ενώ ο Βασίλειος διερωτάται «έως πότε θα κυβερνά ο πλούτος που είναι η αιτία του πολέμου; Οι εξοπλισμοί» συμπληρώνει «γίνονται για την απόκτηση του πλούτου». Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, συμπληρώνοντας τον προβληματισμό του Μ. Βασιλείου λέει: «Μητέρα των πολέμων είναι η πλεονεξία, οι πόλεμοι με τη σειρά τους γεννούν την υψηλή φορολογία, που είναι η αυστηρότητα καταδίκη των πολιτών».

Σε μια εποχή που η γυναίκα βρισκόταν στο κοινωνικό περιθώριο οι Πατέρες αναλαμβάνουν την υπεράσπισή της και αγωνίζονται σθεναρά να της δώσουν τη θέση που της αρμόζει στην κοινωνία. Είναι γνωστή η θέση του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου 17 αιώνες πριν, όταν καταδίκαζε τη μεροληπτική υπέρ των ανδρών νομοθεσία του κράτους. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ερχόμενος σε ρήξη με τις ανδροκρατικές αντιλήψεις της εποχής του, επιλέγει ως πρώτη μεταξύ των συνεργατών του μια γυναίκα, τη μετέπειτα αγία Ολυμπιάδα η οποία αναδεικνύεται σε ηγέτιδα του χριστιανικού κοινωνικού έργου.

Θα είναι πάντοτε επίκαιρα τα λόγια του Μεγάλου Βασιλείου:

 «Ποιόν αδικώ», λέει ο πλούσιος, «προστατεύοντας αυτά που μου ανήκουν;»

Πες μου λοιπόν, τι σου ανήκει; Από πού τα πήρες και τα έφερες στη ζωή σου; Όπως αυτός που βρίσκει θέση στο θέατρο κι εμποδίζει αυτούς που μπαίνουν ύστερα, θεωρώντας δικό του αυτό που είναι για κοινή χρήση όλων, τέτοιοι είναι οι πλούσιοι. Αφού απόχτησαν πρώτοι τα κοινά αγαθά, τα θεωρούν δικά τους για την προτεραιότητα. Αν έπαιρνε ο καθένας ό,τι του χρειαζόταν για την ικανοποίηση της ανάγκης του κι άφηνε σ’ όποιον είχε ανάγκη ό,τι ήταν γι’ αυτόν περισσό, κανένας δεν θα ήταν πλούσιος, κανένας δεν θα ήταν φτωχός. Γυμνός δεν ήρθες στον κόσμο; Γυμνός δεν θα επιστρέψεις στη γη; Πού τα βρήκες αυτά που έχεις τώρα; Αν πιστεύεις ότι σου τα χάρισε η τύχη, είσαι άθεος, δεν αναγνωρίζεις τον Δημιουργό, δεν νιώθεις ευγνωμοσύνη γι’ αυτόν που σου τα έδωσε. Αν όμως παραδέχεσαι ότι προέρχονται από τον Θεό, πες μου, για ποιόν λόγο σου τα έδωσε; Μήπως είναι άδικος ο Θεός και μοιράζει άνισα τα απαραίτητα για τη ζωή; Γιατί εσύ είσαι πλούσιος κι εκείνος φτωχός; Για κανέναν άλλο λόγο παρά να ανταμειφθείς εσύ για την καλοσύνη και τη σωστή διαχείριση της περιουσίας, κι εκείνος για τη να κερδίσει τα μεγάλα έπαθλα της υπομονής.

Όμως εσύ τα έκρυψες όλα στους αχόρταγους κόλπους της πλεονεξίας. Νομίζεις λοιπόν ότι κανέναν δεν αδικείς, όταν τόσους στερείς από τα αγαθά αυτά; Ποιος είναι πλεονέκτης; Όποιος δεν περιορίζεται στα απαραίτητα. Ποιος είναι άρπαγας; Δεν κρατάς για τον εαυτό σου όσα σου δόθηκαν για τα διαχειριστείς προς όφελος όλων; Αυτός που γδύνει τον ντυμένο θα ονομαστεί λωποδύτης, αλλά μήπως κι αυτός που δεν ντύνει τον γυμνό ενώ μπορεί, δεν αξίζει αυτή την ονομασία;

Το ψωμί που αποθηκεύεις είναι του πεινασμένου, τα ρούχα που φυλάς στις αποθήκες σου είναι του γυμνού, τα παπούτσια που έχεις και σαπίζουν είναι του ξυπόλυτου, τα λεφτά που θάβεις για να μην στα κλέψουν, είναι του φτωχού. Είναι τόσοι αυτοί που αδικείς, όσοι αυτοί που θα μπορούσες να βοηθήσεις.

(Μέγας Βασίλειος, Ομιλία εις το «καθελώ μου τας αποθήκας…» και περί πλεονεξίας).


ΒΡΑΒΕΥΣΕΙΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ

Στα πλαίσια της εκδήλωσης, όπως έχει καθιερωθεί κάθε χρόνο, εκ μέρους της Ιεράς Μητροπόλεως ο Σεβασμιώτατος απένειμε τον Χρυσό Σταυρό της εν Δωδεκανήσω Εκκλησίας του Οικουμενικού Θρόνου στις εκπαιδευτικούς κα Γαρυφαλλιά Ζαβόλα Εμμανουήλ και κα Μαρία Γεωργιάδου, ως αναγνώριση της μακρόχρονης και πολύτιμης προσφοράς τους στην Παιδεία και στην  κοινωνία της Λέρου, οι οποίες υπηρέτησαν ευόρκως την εκπαίδευση επί 35 συναπτά έτη σε διάφορα σχολεία της Δωδεκανήσου, αλλά και στην υπόλοιπη Ελλάδα. Μάλιστα οι τιμηθείσες διδασκάλισσες συνυπηρέτησαν στο ίδιο σχολείο επί πολλά χρόνια στη θέση της Διευθύντριας η κα Γαρυφαλλιά Ζαβόλα Εμμανουήλ και στη θέση της Υποδιευθύντριας η κα Μαρία Γεωργιάδου, του Δημοτικού Σχολείου Λακκίου Λέρου. Φανερά συγκινημένες, ευχαρίστησαν από καρδιάς τον Σεβασμιώτατο για την προσγενομένην τιμήν και δέχθηκαν τα συγχαρητήρια των τοπικών αρχών, συναδέλφων τους, αλλά και του ακροατηρίου.

Στη σύντομη ομιλία τους οι δύο εκπαιδευτικοί αναφέρθηκαν στο επάγγελμα του εκπαιδευτικού το οποίο όπως είπαν «είναι λειτούργημα και όχι επάγγελμα, ο δε ρόλος του δασκάλου σήμερα είναι ιδιαίτερα απαιτητικός. Η παιδεία δεν είναι μόνο γνώση, είναι ήθος αξίες και στάση ζωής».

      

ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΒΡΑΒΕΥΣΗ:


ΑΓΙΑΣΜΟΣ-ΕΓΚΑΙΝΙΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ Ι.Ν.ΑΓ.ΦΑΝΟΥΡΙΟΥ

Μετά το πέρας της εκδήλωσης, στο παρακείμενο πνευματικό κέντρο του Ιερού Ναού Αγίου Φανουρίου ο Μητροπολίτης τέλεσε τον αγιασμό των εγκαινίων του ανακαινισθέντος κτιρίου υπό του κ. Παναγιώτη Κουμπάρου, προέδρου του δημοτικού συμβουλίου, ο οποίος ανέλαβε εξ ολοκλήρου την δαπάνη της ανακαίνισης.

Εκ μέρους του εφημερίου και του Εκκλ. Συμβουλίου στον κ. Π. Κουμπάρο απενεμήθη τιμητική πλακέτα και ο Σεβασμιώτατος τον ευχαρίστησε και τον συνεχάρη και γι’ αυτή την μεγάλη δωρεά.

Μάλιστα, ο Μητροπολίτης δεν παρέλειψε να επαινέσει και να ευχαριστήσει τον κ. Π. Κουμπάρο και την οικογένειά του για τις πολυάριθμες και διαχρονικές δωρεές τους, όχι μόνο στο Πνευματικό Κέντρο, αλλά και στην εκκλησιαστική κατασκήνωση, στην Παναγία την Καβουράδαινα, στην Παναγία του Κάστρου, στο Ισιδώρειο εκκλησιαστικό Γηροκομείο και σε πλήθος ακόμη έργων, χαρακτηρίζοντάς τον σύγχρονο μεγάλο ευεργέτη της τοπικής Εκκλησίας. Θερμές ευχαριστίες απηύθυνε και ο εφημέριος του Ιερού Ναού Αγίου Φανουρίου πρωτ. Σέργιος, σημειώνοντας ότι «ό,τι ζητήθηκε από τον κ. Κουμπάρο, προσφέρθηκε απλόχερα», ενώ ιδιαίτερα συγκινητική ήταν και η παρέμβαση του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων του Δημοτικού Σχολείου Ξηροκάμπου, καθώς πλέον το Πνευματικό Κέντρο θα μπορεί να αξιοποιείται και από τους μαθητές του σχολείου για διάφορες εκπαιδευτικές και πολιτιστικές δράσεις.

 

Επιμέλεια:  Γεώργιος Ι. Χρυσούλης, Γραμματεύς Ιεράς Μητροπόλεως

Φωτογραφίες-βίντεο: LEROS NEWS & 12NISSOSPRESS


0Shares