Την πρώτη Κυριακή του Τριωδίου η Εκκλησία μας προέβαλλε το αγαθό της ταπείνωσης.
Αυτήν εδώ την Κυριακή προβάλλει την αξία της μετάνοιας. Αφορμές για να λεχθεί αυτή η παραβολή είναι κυρίως δύο: πρώτον, επειδή πολλοί απελπίζονται από την κατάσταση της ζωής τους και από τα ηθικά αμαρτήματα και πιστεύουν ότι δεν υπάρχει πια γι’ αυτούς έλεος και πέφτουν σε απόγνωση, ο Κύριος ομιλεί για έναν άνθρωπο, ο οποίος έφτασε στην χειρότερη κατάσταση και όμως σώθηκε. Και αυτόν τον άνθρωπο η επίγνωση και μόνο της αμαρτίας και η απόφαση για επιστροφή στον Θεό τον έκαμε και πάλι κληρονόμο από δούλο και ζωντανό από νεκρό και χαμένο, και δεύτερον, γιατί πολλοί κατά την εποχή του Χριστού αλλά και σήμερα δικαιώνουν τους εαυτούς τους, αποκλείουν τους άλλους από τον χώρο του Θεού και σκανδαλίζονται για την αδιάκριτη αγάπη του Θεού στις πόρνες και τους τελώνες. Ειδικά ειπώθηκε για τους φαρισαίους οι οποίοι δεν συγχωρούσαν στον Χριστό την συναναστροφή με τους ακάθαρτους και όσους έκαναν επιδεικτικά άστατη ζωή.
Στην παραβολή λοιπόν αυτή καταδεικνύεται η ευσπλαχνία του Θεού, η δυνατότητα σωτηρίας του καθένα, η παγίδα του εγκλωβισμού στην υπερηφάνεια, η οποία μας στερεί την κοινωνία με τον Θεό. Ειδικά στο πρόσωπο του Ασώτου μας δίνεται η αναστάσιμη ουσιαστική σωτηρία του ανθρώπου. Η μετάνοιά του δεν είναι μια απλή μεταστροφή στην δικαιοσύνη και την ήρεμη χωρίς προκλήσεις ζωή με τις πατροπαράδοτες ηθικές αξίες και σε αυτά που οι άνθρωποι θεωρούν συνήθως ηθικά και αποδεκτά. Ο άσωτος κάνει ουσιαστική μεταστροφή στην αληθινή ζωή μέσα στην οικία του Πατέρα, την Εκκλησία. Τιμάται από Αυτόν με λαμπρό ένδυμα και δαχτυλίδι ως κληρονόμος Του. Και η πανηγυρική αυτή είσοδος δηλώνει το μυστήριο του Βαπτίσματος. Και έπειτα παρακάθεται σε εορταστική Τράπεζα, με θύμα (σφάγιο) το εκλεκτότερο του Πατέρα, τον Κύριο Ιησού Χριστό. Βάπτισμα και Θεία Κοινωνία τον αποκαθιστούν στο αξίωμα του κληρονόμου της πατρικής βασιλείας. Είναι λοιπόν ένας καινός άνθρωπος. Είναι ο εκκλησιαστικός άνθρωπος.
Συνεπώς, η παραβολή αυτή είναι η απόλυτη φανέρωση της αγάπης του Θεού για την σωτηρία του ανθρώπου. Κεντρικό πρόσωπο είναι ο Θεός Πατέρας, ο οποίος βρίσκεται σε διαρκή αναμονή για την επιστροφή και του τελευταίου χαμένου προβάτου. Στα πρόθυρα της τεσσαρακοστής αποτελεί συναγερμό για τον καθένα μας. Είναι μια πρόσκληση στην εκκλησιαστική ζωή για όλους! Και αυτούς οι οποίοι είναι κοινωνικά και ηθικά τακτοποιημένοι και όσους θεωρούνται απόβλητοι της θείας χάριτος. Ουσιαστικά και οι δύο αυτές κατηγορίες ανθρώπων έχουν ανάγκη τον εγκεντρισμό στην Εκκλησία. Όλοι έχουν την ανάγκη απελευθέρωσης από την αμαρτία. Στη μετοχή στα θεία μυστήρια ως φάρμακα σωτηρίας και θύρες επιστροφής στο θείο έλεος.
(Βάπτισμα)-Εξομολόγηση με μετάνοια-Θεία Κοινωνία. Η απόφαση της επιστροφής είναι η δύναμη, η οποία κάνει την διαφορά και όχι η καλή διάθεση και η αποφυγή αντισυμβατικών με την καθεστώσα ηθική πράξεων. Αυτές δεν είναι αρκετές για την σωτηρία του ανθρώπου, όπως ούτε η άσωτη ζωή δεν είναι ο οριστικός παράγοντας για την αιώνια καταδίκη του!
Ας σταθούμε, λοιπόν, αδελφοί μου, σιωπηλοί μπροστά στο μυστήριο αυτής της παραβολής. Αφουγκραζόμαστε το βήμα του Πατέρα που τρέχει, όχι για να ελέγξει, αλλά για να αγκαλιάσει. Θα επιτρέψουμε λοιπόν στον εαυτό μας να δει την αλήθεια του χωρίς φόβο και χωρίς προσχήματα· είτε βρισκόμαστε μακριά Του, σε τόπους ξένους και άγονους, είτε μένουμε τυπικά «εντός», αλλά με καρδιά ψυχρή και αυτάρεσκη. Η αγκαλιά του Θεού δεν γνωρίζει μέτρα ανθρώπινης δικαιοσύνης· γνωρίζει μόνο το μέτρο της αγάπης.
Η περίοδος που ανοίγεται μπροστά μας δεν είναι απλώς χρόνος νηστείας, αλλά καιρός επιστροφής, καιρός αναστάσεως της ψυχής. Ο Πατέρας στέκει και σήμερα στο κατώφλι, περιμένοντας όχι την τελειότητά μας, αλλά το ένα βήμα της ταπείνωσης, το «ἥμαρτον» που γεννά τη ζωή. Και τότε, εκεί όπου εμείς βλέπουμε ερείπια, Εκείνος οικοδομεί παλάτι· εκεί όπου εμείς διακρίνουμε θάνατο, Εκείνος χαρίζει ανάσταση.
Η μετάνοια δεν είναι ντροπή, αλλά δώρο. Δεν είναι κατάκριση, αλλά είσοδος στη χαρά. Και καθώς βαδίζουμε προς το άγιο Πάθος και την Ανάσταση του Κυρίου, ας κρατήσουμε στην καρδιά μας τη βεβαιότητα ότι κανείς δεν είναι τόσο χαμένος ώστε να μην μπορεί να βρεθεί, και κανείς δεν είναι τόσο δίκαιος ώστε να μη χρειάζεται το έλεος. Διότι «ὁ Θεός ἀγάπη ἐστίν», και η αγάπη Του είναι το σπίτι στο οποίο όλοι καλούμαστε να επιστρέψουμε.
Π.Παντ.Κρ
Εκ της Ιεράς Μητροπόλεως