Με αισθήματα βαθείας συγκινήσεως και αναστάσιμης ελπίδος τελέσθηκε την Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026, στον Ιερό Καθεδρικό Ναό του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στη Ρόδο, η Εξόδιος Ακολουθία του μακαριστού Μητροπολίτου πρώην Γάνου και Χώρας κυρού Αμφιλοχίου.
Πλήθος κλήρου και λαού συνέρρευσε από νωρίς στον Καθεδρικό Ναό, προκειμένου να αποδώσει τον ύστατο ασπασμό στο σεπτό σκήνωμα του αειμνήστου Ιεράρχου, ο οποίος επί δεκαετίες διηκόνησε την Εκκλησία με αυταπάρνηση, ταπείνωση και ιεραποστολικό φρόνημα.
Το πρωί τελέσθηκαν ο Όρθρος και η Αρχιερατική Εξόδιος Θεία Λειτουργία, προεξάρχοντος του Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Στρατονικείας κ. Στεφάνου, πλαισιουμένου από πλειάδα κληρικών.
Στις 11:00 άρχισε η Εξόδιος Ακολουθία, χοροστατούντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Λέρου, Καλύμνου και Αστυπαλαίας κ. Παϊσίου, συγχοροστατούντων των Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτών Μεσογαίας και Λαυρεωτικής κ. Νικολάου και Κώου και Νισύρου κ. Ναθαναήλ, καθώς και των Θεοφιλεστάτων Επισκόπων Στρατονικείας κ. Στεφάνου και Ολύμπου κ. Κυρίλλου. Εκ του παραθρονίου παρέστη ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ρόδου κ. Κύριλλος, εκπροσωπώντας τον Παναγιώτατο Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο Α΄.


Συγκινητικοί υπήρξαν οι λόγοι που εκφωνήθηκαν μετά την Ακολουθία. Εκ μέρους του Μακαριωτάτου Πάπα και Πατριάρχου Αλεξανδρείας και Πάσης Αφρικής κ.κ. Θεοδώρου Β΄ μίλησε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ειρηνουπόλεως κ. Δημήτριος, μεταφέροντας «τα δάκρυα του Πατριάρχου» και την ευγνωμοσύνη των τέκνων της Ιεραποστολής σε Κονγκό, Κένυα και Τανζανία, όπου ο μακαριστός Ιεράρχης είχε αφήσει αποτύπωμα αγάπης και προσφοράς. Ιδιαιτέρως τονίσθηκε η άρρηκτη σχέση του με τη γενέτειρά του Ρόδο και τα Δωδεκάνησα.
Εκ μέρους της Ιεράς Βασιλικής Πατριαρχικής και Σταυροπηγιακής Μονής Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου Πάτμου ο Αρχιμ. Πολύκαρπος αναφέρθηκε στο πνευματικό εκτόπισμα και την ασκητική βιοτή του εκλιπόντος, σημειώνοντας χαρακτηριστικά ότι «αποκτούμε έναν ακόμη πρεσβευτή στη Βασιλεία των Ουρανών». Ο Πρωτοπρ. Εμμανουήλ Ζαχαριουδάκης, εκπροσωπώντας την Πατμιάδα Εκκλησιαστική Σχολή, μίλησε για την υποδειγματική μαθητεία του κυρού Αμφιλοχίου, η οποία υπήρξε προανάκρουσμα της όλης ιερατικής και αρχιερατικής του πορείας. Ο Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής Ταξιάρχου Μιχαήλ Θαρρίου, Αρχιμ. Νεκτάριος, με λόγο υιικό, αναφέρθηκε στις τελευταίες στιγμές του μακαριστού Γέροντος και στη βαθιά προσωπική τους σχέση. Ιδιαιτέρως συγκινητική υπήρξε και η παρέμβαση του Δημοτικού Συμβουλίου Αγαθονησίου, το οποίο κήρυξε την ημέρα της ταφής ως ημέρα πένθους, υπογραμμίζοντας ότι «ο Γέρων Αμφιλόχιος θα ζει για πάντα».
Κορύφωση υπήρξε ο επικήδειος λόγος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ρόδου κ. Κυρίλλου. Με αφετηρία προφητική ρήση του Ησαΐου, ο Σεβασμιώτατος απέδωσε το πρόσωπο του μακαριστού Αμφιλοχίου ως βίο «ακαταίσχυντης ελπίδος επί Κύριον». Αναθεωρώντας την πολυετή διακονία του, έκανε λόγο για μία ζωή μεγάλης ψυχικής και πνευματικής δυνάμεως, η οποία ανανεωνόταν αδιάκοπα από τη χάρη του Θεού, ακόμη και μέσα στις δοκιμασίες του γήρατος και της ασθενείας.
Εξήρε την ακατάπαυστη ιεραποστολική του πορεία, χωρίς διακρίσεις εθνικές ή κοινωνικές, με οδηγό τον αποστολικό λόγο «Οὐαί μοι ἐστιν ἐάν μή εὐαγγελίζωμαι». Υπενθύμισε ότι επί 63 συναπτά έτη, ως Διάκονος, Πρεσβύτερος, Καθηγητής, Πνευματικός, Ιεροκήρυκας, Ηγούμενος, Ιεραπόστολος και Αρχιερεύς, έζησε «σωφρόνως και δικαίως και ευσεβώς», αυξάνοντας το τάλαντο που του εμπιστεύθηκε ο Κύριος.
Ιδιαίτερη μνεία έκανε στην αγάπη του προς τη Μητέρα Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως, την Θεολογική Σχολή της Χάλκης και τον ιερό θεσμό του Οικουμενικού Πατριαρχείου, καθώς και στη βαθιά του σύνδεση με τα Δωδεκάνησα και το αιγαιοπελαγίτικο τοπίο, το οποίο, όπως χαρακτηριστικά ειπώθηκε, ευφραίνετο μεν από τις αύρες του Αιγαίου, αλλά παρέμενε «νοσταλγός του ουρανού».
Με εμφανή συγκίνηση ο Σεβασμιώτατος αναφέρθηκε και στον προσωπικό τους δεσμό, ο οποίος υπήρξε όπως τόνισε μυστηριακός, από τη στιγμή της αρχιερατικής του χειροτονίας. «Είναι βαρύ φορτίο ψυχής», υπογράμμισε, «ο χειροτονήσας να προπέμπει τον χειροτονηθέντα», παραδίδοντάς τον όμως στην ανεξερεύνητη σοφία και πρόνοια του Θεού.
Απευθυνόμενος στον εκλιπόντα, τον προέπεμψε με λόγους αποκαλυπτικούς και παρηγορητικούς, εκφράζοντας τη βεβαιότητα ότι τα έργα του θα τον ακολουθούν και ότι πλέον αναπαύεται «ένθα ουκ έστι πόνος, ου λύπη, ου στεναγμός, αλλά ζωή ατελεύτητος». Μετέφερε, τέλος, τις πατρικές και πατριαρχικές συλλυπητήριες ευχές του Παναγιωτάτου Οικουμενικού Πατριάρχου, ο οποίος τον αγάπησε και τον τίμησε.
Μετά το πέρας της Ακολουθίας, σχηματίσθηκε πομπή προς την Ιερά Μονή Υψενής και εν συνεχεία προς την Ιερά Μονή Ταξιάρχου Μιχαήλ Θαρρίου, όπου και τελέσθηκε η ταφή, σύμφωνα με την απόφαση της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Η τοπική Εκκλησία, ο κλήρος και ο λαός της Δωδεκανήσου αποχαιρετούν έναν ποιμένα πράο και ανιδιοτελή, έναν Ιεράρχη με αυθεντικό εκκλησιαστικό φρόνημα και ζωντανή ιεραποστολική καρδιά. Η φυσική του απουσία αφήνει κενό, όμως η μνήμη και το παράδειγμά του παραμένουν παρακαταθήκη ζώσα.
Αιωνία του η μνήμη.
Επιμέλεια: Γεώργιος Ι. Χρυσούλης, γραμματεύς Ιεράς Μητροπόλεως
Κείμενο-φωτογραφίες: «Εκκλησία on line»